Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος πήρε χθες μια απόφαση υπό κομματική πίεση και με προσωπική υποχώρηση: Να προτείνει Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον νυν Πρόεδρο της Βουλής, Κωνσταντίνο Τασούλα και να μην ανανεώσει τη θητεία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου.

Ίσως γιατί πείστηκε, ή τον έπεισαν, ότι  η βάση του κόμματος, υπερσυντηρητική μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, δεν της συγχωρεί ότι τη νύχτα που ψηφίστηκε στην Βουλή, με πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο νόμος για τον γάμο μεταξύ ομόφυλων, εκείνη βρέθηκε με άλλους δύο υπουργούς, σε ένα μπαρ-εστιατόριο όπου είχαν μαζευτεί πολλοί άνθρωποι που γιόρταζαν εκείνην την απόφαση της εθνικής αντιπροσωπείας.

Αντέδρασε η Εκκλησία. Αντέδρασε και το πιο δεξιό κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας. Δεν είναι κακό αυτό. Αλλοίμονο εάν συμφωνούσαμε όλοι.

Εκείνο που εκπλήττει μετά τη χθεσινή απόφαση να μην ανανεωθεί η θητεία της πρώτης γυναίκας Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι ότι ακόμα χρησιμοποιείται ως «δικαιολογία» ότι δεν έπρεπε να χαίρεται για μία απόφαση και ένα νομοσχέδιο που ο ίδιος ο Μητσοτάκης πήρε επάνω του.

Όσο τον γνωρίζω, ξέρω ότι ούτε ο ίδιος χαίρεται για αυτήν την τροπή, αλλά πραγματικά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το «πατριωτικο-εθνικιστικό» κομμάτι της παράταξης είναι και ενωμένο και δυνατό. Οι εκσυγχρονιστικές πολιτικές του αρχηγού τους και πρωθυπουργού, ήταν και παραμένουν μη αρεστές. Ο λόγος απλός: Απευθύνονται, αυτοί οι βουλευτές, σε μια εκλογική πελατεία που θεωρεί την ηθική και τον πατριωτισμό της ως αποκλειστικά δικό της δοβλέτι.

Όπως και να έχει, εκείνο που συνέβη τελικά χθες, είναι ότι αντικαταστάθηκε η καλύτερη ίσως Πρόεδρος Δημοκρατίας που είχε ως τώρα η Ελλάδα, με τον καλύτερο ίσως Πρόεδρο της Βουλής που είχε ο τόπος.

Οι αναγνώστες της στήλης γνωρίζουν πόσο ο γράφων εκτιμά τον κ. Τασούλα, για την ευρεία μόρφωσή του, τον ακέραιο πολιτικό του χαρακτήρα και τον απαραίτητο δυναμισμό του στην τήρηση της τάξης στο Κοινοβούλιο.

Το ύπατο αξίωμα όμως, σίγουρα δεν έχει τις «ταραχώδεις καταστάσεις», αλλά παρουσιάζει προκλήσεις μεγάλης θεσμικής σημασίας, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που ο νέος Πρόεδρος, εφ’ όσον εκλεγεί τελικά (που μάλλον θεωρείται βέβαιο) πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να τις αντιμετωπίσει.  

Για να το πω πιο απλά, είναι πολύ εύκολο για τον κ. Τασούλα να τηρεί την τάξη στη Βουλή και να «μαζεύει» τους πολλούς και αμετανόητους «ταραχοποιούς (π.χ. Ζωή Κωνσταντοπούλου, Κυριάκος Βελόπουλος και άλλους). Αλλά είναι πολύ διαφορετικό και δύσκολο να συναντάται και με ξένους ηγέτες, εδώ ή στο εξωτερικά, έστω και εθιμοτυπικά. Οι επαφές κορυφής, όπως τις λέμε, μπορεί να φαντάζουν εθιμοτυπικές, αλλά σίγουρα δεν είναι.

Και κλείνω το κομμάτι αυτό σήμερα, με την ανάρτηση της έμπειρης δημοσιογράφου, Χριστίνας Πουλίδου, η οποία έχει άλλη άποψη, που τη μοιράζονται πολλοί, για το ποιος έπρεπε να διαδεχτεί την Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Ξεκινά με τη δήλωση του κ. Μητσοτάκη:

«O Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να διαθέτει υψηλό κύρος, ευρύτερη αποδοχή και, ασφαλώς, εμπειρία, γνώση και έμπρακτο σεβασμό στους θεσμούς… Το ενωτικό πνεύμα και οι συνθετικές του αρετές έχουν, νομίζω, αποδειχθεί και από τον άψογο, κατά γενική ομολογία, τρόπο με τον οποίο διηύθυνε, έως τώρα, τις εργασίες της Βουλής σε ένα πολύ δύσκολο κομματικό τοπίο… Διαθέτει, ακόμη, μία πλούσια καλλιέργεια και βαθιά γνώση της ελληνικής Ιστορίας, αληθινό πατριωτισμό και έναν χαρακτήρα ακέραιο, με κοινωνική ευαισθησία και μια γνήσια απλότητα και σεμνότητα».  

Και σχολιάζει η κ. Πουλίδου, επισημαίνοντας και ένα πρόσωπο που ακουγόταν πολύ για το Προεδρικό, αλλά φαίνεται πως το κόμμα αντέδρασε:  

«Αν ο πρωθυπουργός λέει αυτά για τον κ. Τασούλα, τι θα έλεγε άραγε για τον Ευάγγελο Βενιζέλο, το “ενωτικό πνεύμα” του οποίου απεδείχθη στην κυβέρνηση Σαμαρά, όπως και “ο αληθινός πατριωτισμός του” όταν έσωσε την παραμονή της χώρας στο ευρώ; Για να μη μιλήσω για τη “γνώση της ελληνικής ιστορίας” και την “πλούσια καλλιέργεια”»… (Η τεκμηρίωση της επιλογής διάτρητη)  

> Εν τέλει, όπως λένε και οι πραγματικά κατέχοντες τα πράγματα, και μάλιστα σφαιρικά, η χθεσινή απόφαση του κ. Μητσοτάκη, «δεν θυμίζει Μητσοτάκη».