Πραγματικοί φωτορεπόρτερ είναι αυτοί που πέφτουν μες τη φωτιά.

Αυτή ήταν μια φράση που μάθαμε και λέγαμε από τα πρώτα δημοσιογραφικά μας βήματα. Τότε που, ως «ελεύθεροι ρεπόρτερ», βρεθήκαμε πολλές φορές στα δύσκολα. Πότε τροχαία δυστυχήματα, πότε τρομοκρατικές ενέργειες, πότε άγρια φονικά, ποτέ ακραία καιρικά φαινόμενα, κλπ.

Ήμασταν εκεί, επί τόπου. Δεν βγαίνει αλλιώς το πραγματικό ρεπορτάζ. Οι δημοσιογράφοι της καρέκλας, του τηλεφώνου, της τηλεόρασης και του ιστότοπου, δεν είναι … ακριβώς δημοσιογράφοι.

Rewriters, μάλλον. «Αναγραφείς», όπως τους ερμηνεύουν τα λυξικα…

Ακόμα όμως και όσοι από εμάς βρισκόμασταν εκεί όπου «έσκαγε το ρεπορτάζ», είχαμε, κρατούσαμε  μια απόσταση ασφαλείας. Οι φωτορεπόρτερ όμως, ποτέ. Ο φίλος μου ο Νίκος Φλώρος, που ήταν αθλητικός φωτορεπόρτερ, αλλά άμα χρειαζόταν «έπεφτε» και μέσα «στα άγρια». Όπως και ο αξεπέραστος, ο πρώτος των πρώτων, Γιάννης Μπεχράκης, που δυστυχώς έφυγε πολύ πρόωρα από τη ζωή το 2019 σε ηλικία μόλις 58 ετών, νικημένος από τον άτιμο τον καρκίνο. Το δημοσιογραφικό του ένστικτο ήταν ισχυρότερο από το φωτογραφικό του αποτύπωμα!

Τα θυμήθηκα αυτά διαβάζοντας μια ανάρτηση του Πρακτορείο Ειδήσεων Reuters, στην οποία οι φωτορεπορτερ και οι βιντεοσκόποι τους, επιστρέφοντας από την αποστολή τους στα πύρινα μέτωπα της Καλιφόρνια δυσκολεύονται να περιγράψουν αυτό που είδαν, έζησαν και αποτύπωσαν στις μηχανές τους.

«Είναι ό,τι χειρότερο έχουμε δει στη ζωή μας ως τώρα», είπαν οι περισσότεροι από αυτούς.

Η φωτογραφία που επέλεξα, του Ντέϊβιντ Σουάνσον «μιλάει» από μόνη της. Μπορεί να μην αποτυπώνει αυτό που λέμε «άγρια σκηνή» (που ασφαλώς και υπάρχει, τόσοι άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί, τόσα κτίρια εξαφανίστηκαν, …), αλλά εμπεριέχει, για μένα, όλο το γεγονός, όλο το φρικτό συμβάν: Δύο άνθρωποι αγκαλιάζονται, καθώς ετοιμάζονται να εκκενώσουν το σπίτι τους και να φύγουν. Για πού, άραγε; Το αυτοκίνητο, άθικτο, τους περιμένει.

Δεν ξέρουμε εάν έχουν συγγένεια. Εάν θα φύγουν μαζί. Ο άνδρας φορεί ένα σακίδιο όλο κι όλο. Η γυναίκα, τίποτα. Είναι μια εικόνα που, στο επόμενο ενσταντανέ της, μάλλον δεν υπάρχει πια…

« Είμαι στην Καλιφόρνια 24 χρόνια τώρα, και αυτό που βλέπω είναι ό,τι χειρότερο έχω αντικρύσει στην επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Ο αέρας είναι τόσο δυνατός, που δεν μπορείς να σταθείς καν. Τι φωτογραφία να βγάλεις; Δεν είναι τόσο τα σπίτια που κάηκαν, όσο η ακατανίκητη και σαρωτική δύναμη της φοβισμένης φύσης», λέει ο φωτορεπόρτερ του Reuters Μάϊκ Μπλέϊκ.

«Δεν ζει όλος ο κόσμος εδώ στις πλούσιες γειτονιές», δηλώνει ο φωτορεπόρτερ Ρίνγκο Τσιού, ο οποίος φωτογράφησε ένα πολύ απλό σπίτι, χωρίς καμιά πολυτέλεια  στην περιοχή Παλισάντις. Που είχε τυλιχτεί ολόκληρο στις φλόγες. Εκείνο που ξεχώρισε ως ρεπορτάζ ήταν ,όπως είπε, ότι σε κάθε περίπτωση, έβλεπες ανθρώπους από κάθε κοινωνική τάξη να αλληλοβοηθούνται. Το σπίτι του διπλανού μου, είναι και δικό μου σπίτι, του έλεγε ένας κάτοικος που πάλευε να το σώσει την ίδια στιγμή που καιγόταν και το δικό του.

«Η φωτιά μοιάζει απρόβλεπτη και ακανόνιστη στο πέρασμά της», λέει ο Ντέϊβ Σουάνσον. «Ένα σπίτι είναι τυλιγμένο στις φλόγες, ενώ δίπλα ένα άλλο είναι ανέγγιχτο». Δεν υπάρχει καμία εξήγηση για αυτό. Καμία λογική…

Ο έμπειρος φωτορεπόρτερ του Reuters τράβηξε μια φωτογραφία ενός άνδρα να κατεβάζει και να διπλώνει προσεκτικά την αμερικανική σημαία από την μπροστινή αυλή του σπιτιού του ξαδέλφου του στην Αλταδένα. Πίσω του, το εσωτερικό του σπιτιού λάμπει από ένα κολασμένο πορτοκαλί και καπνός υψώνεται στον ουρανό. Μπήκε μέσα σε ένα σπίτι που κάηκε ολωδιόλου. Το μόνο που έμενε ήταν μία … αρχόμενη σκάλα που δεν οδηγούσε πουθενά!