Πώς τα φέρνει η ιστορία! Διάβασα για τις ανησυχίες και τους φόβους των χριστιανικών πληθυσμών της Συρίας μετά την ανατροπή του Άσσαντ.
Και ο νους, βέβαια, ταξίδεψε μακριά, σε παρόμοιους καιρούς, ταραγμένους, ύπουλους, όταν η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, η Μέση Ανατολή, το περίφημο Λεβάντε, ήταν (και είναι) το μήλο της έριδος ανάμεσα στις τότε πανίσχυρες δυνάμεις. Απελπιστικό απότοκο η ανασφάλεια, ο φόβος και η έξοδος στοιβαγμένων ανθρώπων σε σαπιοκάραβα να πλέουν μέρες και νύχτες σε μανιασμένα πελάγη, διαφυγές διαχρονικές και επαναλαμβανόμενες προς αναζήτηση ανάσας και επιβίωσης. Τι κι’ αν πέρασαν αιώνες!
Πρόκληση, λοιπόν, να σας ταξιδέψω στον χρόνο και στους απέναντι τόπους και να σας υπενθυμίσω τα γραφόμενα του Λεόντιου Μαχαιρά, «επειδήν τα πάντα διαβαίννουν και τα γινίσκουνται ξηγούνται»… Και ουαί και αλίμονο (όχι αυτό της Βίσση και του Καρβέλα) για όποιον σήμερα δεν ξέρει ιστορία, γιατί δε θα καταλαβαίνει ούτε που πατά και ούτε που πηγαίνει, για να παραμείνω στους τραγουδοποιούς της γενιάς μου.
Στο ιστορικό παρελθόν η Συρία, ήταν μια τεράστια δύναμη, χωρισμένη από τους Ρωμαίους σε σημαντικές ενότητες: Η Κοίλη Συρία (η βόρεια πλευρά), η κεντρική Συρία Φοινίκη και τελευταία η Συρία Παλαιστίνη ή Ευδαίμων Παλαιστίνη. Πολλοί την πόθησαν και πολλοί την απέκτησαν, ολάκερες αυτοκρατορίες, δυναστείες, βασίλεια, ηγεμονίες… Πέρσες, ο Μέγας Αλέξανδρος, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Ευρωπαίοι, Άραβες, Οθωμανοί, ανεξάρτητο κράτος από το Γαλλικό προτεκτοράτο έγινε μόλις το 1946. Στους συχνά ταραγμένους καιρούς της ιστορίας της, η Κύπρος ήταν πάντα για τη Συρία η απέναντι κοντινή ακτή της σωτηρίας.
Οι εμπορικές σχέσεις και οι δεσμοί ανάμεσα στο νησί μας (της Αμμοχώστου ιδιαίτερα) και την απέναντι ακτή της Συροπαλαιστίνης ήταν σημαντικές διαχρονικά. Τα λιμάνια της Άκρας και της Αμμοχώστου ήταν οι σημαντικότεροι διαμετακομιστικοί σταθμοί του εμπορίου, τα αναγκαία και προσοδοφόρα περάσματα των πανάκριβων προϊόντων της Ανατολής άνευ των οποίων δε ζούσε η Δύση.
Γράφει ο Μαχαιράς:
Και διατί είνε κοντά η Συργιά εις την Αμόχουστον επέμπαν τα καραβία τους και εκουβαλούσαν τα πράματα εις την Αμμοχουστον και άντα νάρταν τα ξύλα της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας και ούλης της δύσης ευρίσκαν τας σπετζίας, και ει τι χρήζουνταν εφόρτωναν και επηγαίνναν…και δια τούτον ήσαν πλούσιοι οι Αμμοχουστιανοί και εφθονίστην ο τόπος ότι ερημίαστην και το πλούτος εστράφην εις τους Σαρακηνούς.
18 Μαΐου, 1291. Το επίνειο της Ιερουσαλήμ, η απέναντι κοσμοπολίτισσα και ζάμπλουτη Άκρα, το κέντρο του εμπορίου Ανατολής και Δύσης, η κυψέλη των εμπόρων της οικουμένης, η πατρίδα και το καθημερινό ψωμί Σύριων, Βενετσιάνων, Γενουατών, Πιζάνων και Καταλανών έπεσε μετά από πολύμηνη πολιορκία στους Μαμελούκους της Αιγύπτου… Οι σφαγές και οι λεηλασίες που ακολούθησαν ανάγκασαν τον κόσμο να φύγει. Σαπιοκάραβα, μα και γαλέρες, νάβες και μπρίκια που κατάφεραν ν’ αποπλεύσουν, κουβαλούσαν κόσμο, φτωχούς μεροκαματιάρηδες μα και άρχοντες καλοντυμένους, κυράδες, παιδιά, γραφειάδες, παπάδες, σκλάβους, άλογα, πραμάτειες, μπαούλα και αμέτρητα σακιά που μοσχομύριζαν πιπέρια, κανέλες, και σαφράνια…
Από την Άκρα στην Αμμόχωστο 280 χιλιόμετρα, 12 ώρες στο πέλαγος, 12 ώρες για να σώσουν τη ζωή τους από την αγριάδα των Μαμελούκων που κατέλαβαν την πόλη μετά από πολιορκία που διήρκεσε από τις 6 του Απρίλη μέχρι τις 18 του Μάη του 1291. Έπλεαν όλη νύχτα και το ξημέρωμα είδαν μπροστά τους τους βράχους της Αγίας Αικατερίνης και ένα λιμάνι.
Οι κάτοικοι της μικρής, άσημης και ανοχύρωτης τότε πολίχνης της Αμμοχώστου ξύπνησαν και έτριβαν τα μάτια τους βλέποντας όλο αυτό το πλήθος να πλημμυρίζει την πόλη του! Φωνές και γλώσσες ακαταλαβίστικες ακούγονταν από το λιμάνι μέχρι την πλατεία. Ένα πλήθος αμήχανο, ταλαιπωρημένο και ανήσυχο, φτωχοί και πλούσιοι, ζητούσαν βοήθεια και πληροφορίες από τους σαστισμένους Αμμοχωστιανούς για σπίτια, πανδοχεία, αποθήκες να στεγάσουν τις οικογένειές τους, αλλά και τα πολύτιμα προϊόντα που έσωσαν από την καταστροφή.
Γράφει ένας περιηγητής: …εκείνη την μέρα […], ακριβώς την ώρα που μπήκαμε στο λιμάνι, έφτασαν εκεί πολλά μεγάλα καράβια και γαλέρες και γριπαρέες…Ήταν όλα γεμάτα από γέρους, παιδιά, γυναίκες, ορφανά, περίπου χίλιους πεντακόσιους… Ω Θεέ μου, πόσο λυπηρό ήταν να βλέπει κανείς το πλήθος στην πλατεία της Αμμοχώστου, νήπια να κλαίνε και να βογκούν στο στήθος της μάνας τους, γέρους και πεινασμένα σκυλιά που ούρλιαζαν… Ακούστε όλα αυτά, χριστιανοί, που ζείτε στις δικές σας πόλεις, στα δικά σας σπίτια, τρώγοντας και πίνοντας μέσα στην πολυτέλεια, που δε νοιάζεστε να ξανακάνετε δικούς σας τους Αγίου Τόπους, και να τους επαναφέρετε στην πίστη του Χριστού».
733 χρόνια μετά.
10 Ιανουαρίου 2022. Τα τηλεοπτικά κανάλια της Κυπριακής Δημοκρατίας πρόβαλαν ως πρώτη είδηση στα δελτία ειδήσεων την άφιξη ενός νέου σαπιοκάραβου που άραξε τα ξημερώματα στις ακτές του Κάβο Γκρέκο από τις απέναντι ακτές της Συρίας. Άνθρωποι ζαλισμένοι, άγρυπνοι, βρεγμένοι, ταλαιπωρημένοι, μανάδες μαντηλοδεμένες που κρατούσαν βρέφη, νεαροί ξυπόλυτοι, έφηβοι, παιδιά. Τους μάζεψαν οι αρχές «παράνομοι μετανάστες», είπαν, και τους πήγαν σε ένα καταυλισμό εν αναμονή αποφάσεων…
8 Δεκεμβρίου 2024. Η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ πήρε στη Δαμασκό με επικεφαλής τον Αμπού Μοχάμαντ αλ Τζολάνι. Ο ίδιος φόβος, η ίδια ανασφάλεια, τι κι’ αν πέρασαν αιώνες;
Κανείς δε φεύγει από τον τόπο του παρά μόνον αν απειληθεί η ζωή του.
Ελεύθερα, 12.1.2025