IN MEMORIAM: Κώστας Σημίτης, 1936-2025, πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδος
Είχε μέθοδο, σχέδιο, πειθαρχία και δράση. Τον έζησα, ως δημοσιογράφος, σε όλα τα χρόνια της πρωθυπουργίας του, από τον Ιανουάριο του 1996 έως και τον Μάρτιο του 2004. Η γνωριμία μας ήταν μόνο επαγγελματική. Ακόμα και σε ονομαστικές γιορτές και γενέθλια, οι ευχές που ανταλλάσσαμε ήταν τυπικές.
Οι κατ’ ιδίαν συναντήσεις μας λιγοστές, μόνο για συνέντευξη. Είχαμε και οι δύο, μπροστά μας, τις σημειώσεις μας. Ήξερα ότι δεν του άρεσε να πορεύεται πουθενά στην τύχη. Η προετοιμασία ήταν δεδομένη.
«Να μην αφήσουμε και κάτι για αυθόρμητο;», τον ρώταγα μερικές φορές. «Όχι», μου απαντούσε. «Αν είναι να ’ρθει, θα ’ρθει από μόνο του».
Το χιούμορ του ήταν καταπληκτικό κι ας μην το εκδήλωνε όπου να ’ναι. «Πώς, από μαθηματικός κατάντησες δημοσιογράφος;», μου είπε μια φορά. Κι έπρεπε να γελάσω δυνατά για να γελάσει και εκείνος.
Αυτό, όμως, τροφοδότησε μια υπέροχη συζήτηση, εκτός προγράμματος, για την άρρηκτη σχέση των μαθηματικών με όλες τις επιστήμες, αλλά και με όλες τις τέχνες.
Ο Κώστας Σημίτης ήταν από τους λίγους πολιτικούς που γνώρισα, ο οποίος ήταν κοντά στον Πολιτισμό, χωρίς να το κάνει και θέμα. Του άρεσε πολύ το θέατρο. Δεν πήγαινε ποτέ με πρόσκληση. Αγόραζε εισιτήριο από το ταμείο.
Απολάμβανε τα κοντσέρτα κλασικής μουσικής. Η οποία, απ’ όσο ξέρω, ακόμα και στο σπίτι του έπαιζε και τον συντρόφευε και στο διάβασμα των βιβλίων του.
Ο πολύτιμος φίλος του, Γιάννης Βούλγαρης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας, αποχαιρετώντας χθες τον φίλο του είπε ότι «ήταν πολιτικός και διανοούμενος, με αυθεντική αγάπη για τη γνώση, την κουλτούρα και τις τέχνες». Και πρόσθεσε ότι ακολούθησε έναν απόλυτο ηθικό κώδικα προσωπικής συμπεριφοράς και αυτό, μάλιστα, σε «περιόδους πολιτισμικής χαλαρότητας στα πέριξ».
Όσοι τον ήξεραν καλά, αλλά ακόμα και οι πολλοί «ανώνυμοι» που έζησαν και «μέτρησαν» τον άνδρα επί της πρωθυπουργίας του, έλεγαν ότι εξέπεμπε αξιοπρέπεια και ευγένεια με διαθεσιμότητα στον άλλον και σεβασμό στον συνομιλητή, έτοιμος να ακούσει περισσότερο παρά να μιλήσει ο ίδιος.
Απεχθανόταν τους φαφλατάδες και τους υπερφίαλους. Τις κολακείες τις απέκρουε. Ήταν ευθύς, έντιμος, ακέραιος και απαιτητικός – πρωτίστως με τον ίδιο του τον εαυτό.
Είχε πάντα δίπλα του ένα μπλοκάκι και ένα μολύβι. Εκεί, σημείωνε τα «πρέπει» του. Πολλά από αυτά δε, τα προωθούσε και στους συνεργάτες του. Θυμάμαι πάντα την απαίτησή του, όποιος υπουργός του επισκεπτόταν την Κύπρο, έπαιρνε «σημειωματάκι» από τον μακαρίτη τον Γιάννο Κρανιδιώτη, για το τι θα λέει όταν του ζητήσουν μια δήλωση.
Η Κύπρος, μου έλεγε, είναι «ένα πολύ ευαίσθητο μέγεθος για μας» και πρέπει οι υπουργοί, υφυπουργοί και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες που πάνε στο νησί, «να λένε λίγα και ουσιαστικά».
Θυμάμαι ότι τότε μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση αυτό. Και διαβάζοντας χθες πράγματα που έγραψε ο ξένος Τύπος για αυτόν, βρήκα στην ιστοσελίδα της γερμανικής «Deutsche Welle» αυτό:
«Το περίφημο “μπλοκάκι του Σημίτη” είχε γίνει θρύλος στους πολιτικούς συντάκτες της εποχής. Γιατί ο Σημίτης έθετε συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους στο “μπλοκάκι”, τους οποίους παρακολουθούσε ως προς την υλοποίησή τους, ανά έτος. Αυτό δεν σήμαινε ότι αν δεν επιτευχθεί ο στόχος ο αρμόδιος υπουργός απομακρύνεται, απλώς το “μπλοκάκι” ήταν ένας τρόπος για να καταπολεμηθεί η γενικότερη αίσθηση απραξίας και αδιαφορίας που ενίοτε επικρατούσε ως τότε.
Η πολιτική ατζέντα ήταν εξαιρετικά φιλόδοξη. Ο Κώστας Σημίτης ήθελε την Ελλάδα να δίνει το παρών στον “σκληρό πυρήνα” της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να πρωταγωνιστεί στα Βαλκάνια. Ήθελε την Κύπρο στην ευρωπαϊκή οικογένεια (με πρωτεργάτη, βεβαίως, τον αείμνηστο Γιάννο Κρανιδιώτη). Ήθελε ισχυρές επιχειρήσεις και τράπεζες σε ρόλο “εθνικού πρωταθλητή” με βλέψεις και εκτός συνόρων. Ήθελε δημόσια έργα που αλλάζουν τη χώρα, διακριτούς ρόλους για το Κράτος και την Εκκλησία, θεσμούς και συνταγματικές πρόνοιες που λειτουργούν. Γι’ αυτό, η κυβέρνηση Σημίτη που εξελέγη το 2000 ήταν η τελευταία μέχρι σήμερα που κατάφερε να βγάλει ολόκληρη τετραετία (παρά έναν μήνα, έστω)».