Δεν μπορώ να σας απαριθμήσω πόσες φορές δέχομαι αυτό το ερώτημα όποτε έρχομαι στην Κύπρο, από ανθρώπους που δεν με γνωρίζουν. Είναι αθώο το ερώτημά τους, κι οπωσδήποτε καλοπροαίρετο.
Η απάντησή μου όμως είναι πάντα κοφτή και θυμωμένη. «Όχι, είμαι Έλληνας!». Είναι ταυτοτικό το θέμα. Όχι τοπικό, τους εξηγώ. Δεν είμαι «από την Ελλάδα», γεωγραφικά.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αφρική. Στην Ελλάδα δεν πάτησα μέχρι τα 12 μου χρόνια. Τι ήμουν, λοιπόν, στην Αφρική; Ελλαδίτης;
Συγγνώμη, αλλά δεν θα μου αλλάξει κανένας την ταυτότητά μου. Όπως και στο διαβατήριό μου, στο «Εθνικότητα» γράφει Έλληνας (Greek). Όχι Ελλαδίτης (from Greece).
Και προφανώς, με αυτόν τον αδιαπραγμάτευτο προσδιορισμό, σε καμία περίπτωση δεν προσβάλω κανέναν στην Κύπρο που θεωρεί ότι, δηλώνοντας εγώ «Έλληνας», μπορεί να νομίζει ότι ίσως εγώ τον θεωρώ «άλλο πράγμα».
Βάζω, λοιπόν, μια τελεία και μία παύλα εδώ, για να συνεχίσω με ένα θέμα, που εμμέσως μπορεί να άπτεται και του προηγούμενου. Έχει να κάνει με την μόνιμη, και πονεμένη απορία μου: Γιατί δεν έρχονται πια στην Κύπρο για διακοπές οι συμπατριώτες μου από την Ελλάδα;
Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, ήταν «πρώτοι επισκέπτες», μαζί ίσως με τους Εγγλέζους. Αναπολώ, επίσης, πόσες σχολικές εκδρομές κατέληγαν στην Κύπρο από την Ελλάδα. Και μόνο από εκείνες, έχω παλιούς φίλους, συμμαθητές και συμφοιτητές μου στην Αθήνα, που ακόμα διατηρούν τις πολύτιμες φιλίες που έκαναν στο νησί.
Υπάρχουν πολλές απόψεις και αρκετές απαντήσεις για αυτό. Μιλώντας με παλιούς καθηγητές και διευθυντές στα δημόσια σχολεία στην Ελλάδα, μία πρώτη εξήγηση είναι ότι μετά το προδοτικό πραξικόπημα του 1974, η μπάλα του θυμού πήρε και εκείνους που δεν έφταιγαν για εκείνο το φρικτό έγκλημα, ούτε και το επικροτούσαν.
Ακόμα και οι φαντάροι που έκαναν την θητεία τους στην Κύπρο, ένοιωθαν ανεπιθύμητοι στο νησί, και απέφευγαν τις εξόδους στις πόλεις, διότι υπήρχαν αρκετά, τότε, επιθετικά περιστατικά.
Το έγραψα αυτό μια φορά στην Αθήνα. Συγκινήθηκε και θύμωσε ο Γιώργος Νταλάρας, και μου είπε «Χρήστο, πρέπει να κάνουμε κάτι για αυτά τα παιδιά μας». Και πράγματι, οργάνωσε μία από τις πρώτες συναυλίες εκεί, για τους φαντάρους μας. Ήταν μόνο η αρχή. Και ακολούθησαν κι άλλες.
Ευτυχώς, αυτά δεν υπάρχουν πια. Και κανείς δεν αμφισβητεί τους πανίσχυρους αδερφικούς δεσμούς που μας ενώνουν.
Ο άλλος λόγος που η Κύπρος δεν είναι πλέον ελκυστικός τουριστικός προορισμούς για τους Έλληνες, είναι διότι βρίσκουν πολύ πιο ελκυστικές, και ακόμα πιο φτηνές τις διακοπές στον τόπο τους. Ακόμα και αν επιλέξουν να πάνε σε ακριβούς προορισμούς και πανάκριβα ξενοδοχεία. Τα προτιμούν. Για πολλούς επιπρόσθετους λόγους. Ένας από αυτός, που ακούω όλο και περισσότερο από τους λίγους καλούς φίλους και γνωστούς που επιλέγουν να κάνουν τις μικρές διακοπές τους στην Κύπρο, είναι ότι δεν αντέχουν σε ελληνόφωνο νησί η πλειοψηφία του προσωπικού να μην μιλάει ελληνικά.
Πριν από μερικά χρόνια, προσκαλέσαμε στην Κύπρο μια μεγάλη παρέα καλών μας φίλων στην Αθήνα. Γυρίσαμε όλο το νησί. Πήγαμε και στα κατεχόμενα, να δουν τα μέρη που χάσαμε. Να προσκυνήσουμε. Από το ελεύθερο κομμάτι του νησιού μας, ενθουσιάστηκαν περισσότερο από τα ορεινά μας χωριά, και από μερικές «αχάλαστες» παραλίες, που ακόμα αντιστέκονται στην απομίμηση (συνήθως κακή) των ελληνικών χοτ-σποτς στην Μύκονο, στην Βουλιαγμένη, και αλλού. Αν θέλαμε σαμπάνιες στην παραλία, και ξαπλώστρες βασιλικές, θα πηγαίναμε στην Ψαρρού, όχι στο Lady’s Mile!
Αυτά, με αγάπη. Καλή χρονιά να έχουμε. Με υγεία και πολλές, μικρές και μεγάλες χαρές.