Εμείς που αρεσκόμαστε στην παρακολούθηση τηλεοπτικών σειρών (ξένων, κυπριακών και ελλαδικών) έχουμε πλέον αποκτήσει μια επαρκή γνώση και είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε πότε μια σειρά είναι κακόγουστη και πότε η παραγωγή απλώς προσθέτει νέα επεισόδια, τα οποία στο τέλος μόνο ζημιά προκαλούν. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση του κινηματογράφου ξέρουμε πως σ’ ένα σίκουελ η επόμενη ταινία είναι χειρότερη από την προηγούμενη.
Αλλά το θέμα μας δεν είναι η ποιότητα των τηλεοπτικών σίριαλ ούτε και τα κινηματογραφικά σίκουελ. Αντικείμενο μας είναι η ετήσια συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, μια διαδικασία που αρχίζει σήμερα το απόγευμα και θα μας πάει μέχρι το βράδυ της Τετάρτης για να μάθουμε, στο τέλος, ότι ο προϋπολογισμός έχει εγκριθεί την πλειοψηφία των μελών του νομοθετικού σώματος.
Η δια του συντάγματος απαιτούμενη έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού, είναι ένα και επιβάλλεται. Όπως ως ένα βαθμό επιβάλλεται να ακούσουμε από το κάθε κόμμα τους λόγους για τους οποίους τάσσεται υπέρ ή εναντίον. Εκείνο που δεν επιβάλλεται, αλλά καθιερώθηκε μέσα από την δεκαετιών πρακτική της Βουλής, είναι οι ομιλίες ενός εκάστου Βουλευτή.
Και έτσι, όπως τα πλείστα τηλεοπτικά σίριαλ, η συζήτηση ξεκινά δυναμικά (για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού). Η συνέχεια είναι στο ίδιο επίπεδο… απλώς συντηρείται το ενδιαφέρον, μέχρι να φτάσει το τέλος με ένα γκραν-φινάλε. Ή όπως συμβαίνει πολλές φορές απλώς δεν έχουμε την υπομονή να δούμε το τέλος και πάμε πάρα κάτω.
Κοιτάξτε λοιπόν να δείτε πως πάει η συζήτηση κάθε χρόνο: Ξεκινά καθηκόντως από τους αρχηγούς των κομμάτων (εκτός εάν ένας αρχηγός προεδρεύει του σώματος και τότε είτε θα κατέλθει ο ίδιος να μιλήσει είτε θα επιλεγεί ο βουλευτής με την μεγαλύτερη βαρύτητα). Στη συνέχεια, θα μιλήσουν όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων (ΒτΑ) με τα κόμματα να έχουν προσχεδιάσει πότε θα μιλήσει ο καθένας (γιατί όπως και τα κανάλια προσέχουν την ώρα που παίζουν μια σειρά, έτσι και τα κόμματα καθορίζουν την ώρα που θα μιλήσει κάποιος αναλόγως του κομματικού στάτους). Με τη συζήτηση να κλείνει με τοποθετήσεις των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων ή βουλευτών.
Όσοι έχουν την υπομονή και την όρεξη (και θα προσέξετε από τηλεοράσεως ότι ούτε οι βουλευτές δύνανται να αντέξουν) να παρακολουθήσουν τη συζήτηση θα αντιληφθούν ότι σε αρκετές περιπτώσεις (για να μην πούμε στις πλείστες) οι ομιλίες κάποιων μελών της ΒτΑ δεν έχουν να κάνουν κατά πολύ με τον προϋπολογισμό του κράτους. Περισσότερο στέλνουν το μήνυμα ότι βγήκαν στο βήμα γιατί έτσι που υποδείχθηκε να πράξουν.
Υπάρχουν και εκείνα τα μέλη της ΒτΑ που ασχέτως και αν δεν έχουν να πουν και κάτι πέραν των γνωστών μπορεί τους δείτε τις επόμενες ημέρες (ένεκα του το ότι τα έχουν πλακάκια με κάποιες ιστοσελίδες) να παίζουν αρκετά ψηλά. Και βεβαίως είναι και οι περιπτώσεις εκείνων των μελών της Βουλής των οποίων οι ομιλίες να έχουν και ουσία και περιεχόμενο αλλά επειδή «κάποιους δεν τους πάνε» να νομίζει ο μέλος πολίτης ότι δεν είχαν μιλήσει.
Η συζήτηση στη ΒτΑ για τον κρατικό προϋπολογισμό θα μπορούσε να ήταν πολύ διαφορετική, θα μπορούσε να έχει ουσία και περιεχόμενο. Να μιλήσουν μόνο όσοι έχουν κάτι να πουν σε σχέση με τον προϋπολογισμό. Δεν περιμένουμε, ως απλοί πολίτες, κάποιο μέλος της Βουλής να μας πει για την ακρίβεια, για τις τιμές των καυσίμων, για τους χαμηλούς μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, και όλα όσα βιώνουμε. Αυτά τα ξέρουμε από πρώτο χέρι.
Εκείνο που περιμένουμε ως απλοί πολίτες είναι μια ουσιαστική προσέγγιση όλων αυτών των ζητημάτων με συγκεκριμένες εισηγήσεις για το πως αντιμετωπίζονται. Η φωνασκίες από το βήμα της ολομέλειας και το κούνημα του δακτύλου δεν έχουν να προσθέσουν τίποτε. Ωφέλιμος είναι εκείνος που έχει να προτείνει μια εφαρμόσιμη λύση και όχι εκείνος που προσφεύγει στην εύκολη λύση και… απλώς ρίχνει πέτρες.