Πριν από αρκετά χρόνια, στην ακαδημαϊκή έρευνά μου για την τεχνική των συνεντεύξεων στη γραπτή και ομιλούσα δημοσιογραφία (δεν υπήρχε τότε, στη δεκαετία του ’90 η ψηφιακή), έριξα μεγάλο βάρος στη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί δημόσια.

Ενδεικτικά, πρόσεχα και μελετούσα: Τον τόνο της φωνής τους, το ύφος στο πρόσωπο, τις αυξομειώσεις στην ένταση, τη χρήση των λέξεων, τα συναισθήματα που φανέρωναν ή έκρυβαν, την οπτική επαφή με τους συνομιλητές τους (ακόμα και τους αόρατους, εάν μιλούσαν π.χ. στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση) και άλλα παρόμοια.

Η βάση όλης εκείνης της ερευνητικής δουλειάς, υπάρχει και σήμερα. Επιτρέποντάς μου να μπορώ εύκολα να ερμηνεύω την πολιτική διάλεκτο των σημερινών και να αναλύω ταυτόχρονα και τη «γλώσσα του σώματός τους».

Σε λεπτομέρειες δεν θα μπω. Θα ήταν άτοπο και όχι επιστημονικό. Σε γενικές διαπιστώσεις θα αρκεστώ, εστιάζοντας στο πολιτικό ρόστερ της Κύπρου. Το οποίο, όσον αφορά την εκφορά του λόγου,  έχει περισσότερες ομοιομορφίες, παρά διαφορές.

Υπάρχουν μηχανικές συσκευές που μπορούν να εξισώσουν ηχητικά, απολύτως, μια δήλωση, σύντομη ή μακρά, δύο διαφορετικών πολιτικών προσώπων. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Είναι αδύνατον να τους ξεχωρίσεις. Διότι, κατά 99% χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις, τις ίδιες προτάσεις και με το ίδιο ύφος.

Μιλάμε για μια πολιτική διάλεκτο επίπεδη και φτωχή. Χωρίς εικόνα και με «ομογενοποίηση» του τόνου φωνής, δεν προσελκύει κανένα ενδιαφέρον, καμιά προσοχή.

Σε επιπρόσθετα πειράματα που έχουν κάνει ερευνητές της πολιτικής γλωσσολογίας, αυτά που λέγονται στον δημόσιο λόγο, είναι δύσκολο να απορροφηθούν από το «κοινό αυτί» – έτσι που να μπορεί στο τέλος να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα και να μεταφέρει παραπέρα όσα άκουσε και συγκράτησε.

Δεν είναι μόνο αποκαρδιωτικά όλα αυτά τα ευρήματα. Είναι και τρομακτικά! Οι λίγες εξαιρέσεις, που σίγουρα υπάρχουν, εκτιμώνται από όσους έχουν κανονική λειτουργία σκέψης και υψηλό επίπεδο αντίληψης. Το μήνυμα που φτάνει κωδικοποιημένο στο μυαλό τους, αμέσως ενεργοποιεί ενδιαφέρον και προσοχή.

Υπάρχουν, δηλαδή, καλοί δέκτες. Αρκετοί να είναι καλοί όμως και οι πομποί…

ΥΓ: Ο προφορικός λόγος, για να είναι καλός, προϋποθέτει και άριστο γραπτό λόγο. Για παράδειγμα, το πιο κάτω πρόσωπο, διαθέτει και τα δύο.

> Ανάρτηση της Ημέρας από τον Δημήτρη Καιρίδη, βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργό Μετανάστευσης, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο X-Twitter, με τίτλο «Ελπίδες και Φόβοι», μετά την πτώση του τυραννικού καθεστώτος της δυναστείας των Άσαντ στη Συρία:

«Η πτώση ενός τυραννικού καθεστώτος, όπως αυτό της δυναστείας των Άσαντ στη Συρία, μπορεί να γεμίζει ελπίδα κάθε ελεύθερο άνθρωπο και ήδη πολλοί Σύριοι πανηγυρίζουν για αυτή. Όμως, η επόμενη μέρα είναι αβέβαιη και ο κίνδυνος ενός νέου εμφυλίου, στην ήδη κατεστραμμένη χώρα, καραδοκεί.

Οι Κούρδοι στα βορειοανατολικά, οι τζιχαντιστές αντάρτες, υποστηριζόμενοι από την Τουρκία, στη Δαμασκό, άλλοι αντάρτες, υποστηριζόμενοι από την Ιορδανία, στον νότο και οι Αλεβίτες στα δυτικά, δημιουργούν ένα κοκτέιλ που δύσκολα δεν θα εκραγεί.

Ηττημένες η Ρωσία και το Ιράν, κερδισμένη η Τουρκία, σε αναμονή η Δύση και σε ανησυχία το Ισραήλ.

Γιατί τόσο γρήγορα; Η πτώση του καθεστώτος, μέσα σε λιγότερο από δυο εβδομάδες, αιφνιδίασε άπαντες. Έχει να κάνει τόσο με την εσωτερική διάβρωση και την έλλειψη λαϊκής υποστήριξης, όσο και με κάποιες κινήσεις του ίδιου του Άσαντ, ο οποίος επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από το Ιράν και να ανοίξει διαύλους με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κάτι που έδωσε δικαιολογία στο Ιράν να τον εγκαταλείψει, καθώς το κόστος υποστήριξης του είχε καταστεί δυσανάλογα μεγάλο, μετά τη σημαντική αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ από το Ισραήλ». (*) Στ’ αγγλικά, political discourse.