Αυτό που επιβεβαιώθηκε, για ακόμη μια φορά, με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του Σχεδίου Θυμέλη για το Α’ Εξάμηνο του 2025, είναι ότι ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς μέχρι την ομαλοποίηση του πλαισίου επιχορηγήσεων των θεατρικών παραγωγών. Το προς διάθεση ποσό έχει φτάσει πλέον τις €842.000 και μπορεί να μην καλύπτει όλες τις ανάγκες, αλλά δεν το λες και ευκαταφρόνητο.

Πέρσι τέτοιο καιρό το Υφυπουργείο Πολιτισμού είχε ανακοινώσει για το Α’ εξάμηνο του 2024 ότι διατίθενται €776.000 σε 31 αιτήσεις από 18 φορείς με αποτέλεσμα να είναι όλοι δυσαρεστημένοι- όσοι πήραν κι όσοι δεν πήραν. Και τελικά περισσότερα από τα μισά χρήματα έμειναν αδιάθετα. Φέτος ικανοποιήθηκαν 18 από τις 39 αιτήσεις και 12 από τους 21 φορείς που κατάφεραν να εξασφαλίσουν την υψηλότερη βαθμολογία.

Το προηγούμενο εξάμηνο μοιράστηκαν €725.000 και πάλι σε 18 προτάσεις από 12 φορείς. Η διαφοροποίηση τώρα είναι στο εύρος των συμπαραγωγών, που μάλλον αποτελεί τη «νέα μόδα» στη διαδικασία, αφού από τις τρεις (3) πριν από έξι μήνες έχει εκτοξευτεί συνολικά στις επτά (7), οι οποίες λαμβάνουν μια επιπλέον επιβράβευση ύψους €10.000. Η ενίσχυση συμπαραγωγών μοιάζει με ευεργετικό βήμα, ωστόσο τα κίνητρα πρέπει να σχεδιαστούν με τρόπο που να αποτρέπεται η συγκέντρωση πόρων μόνο σε μεγάλους ή σε συγκεκριμένους φορείς.

Ας μην παραθέσω άλλα νούμερα και κουράσω, αυτά μπορεί κανείς να τα μελετήσει στις επίσημες ανακοινώσεις και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Η μεγάλη πρόκληση για το Υφυπουργείο Πολιτισμού είναι να μπορέσει να κατανοήσει και να αποδεχθεί την πολυπλοκότητα του θεατρικού οικοσυστήματος και να τη μετατρέψει σε δύναμη. Μπορεί να το καταφέρει αυτό όσο αιωρούνται καταγγελίες περί «πολιτικής πελατειακών σχέσεων» και άνισης κατανομής πόρων και συνεχίζονται οι πιέσεις από τη Βουλή και την κοινωνία για πιο διαφανείς, συμπεριληπτικές και βιώσιμες διαδικασίες και με δεδομένη την ανάγκη για διαρκή εξέλιξη των κριτηρίων; Θα φανεί στο χειροκρότημα.

Όσο απαραίτητες και απαιτούμενες κι αν είναι αυτές οι αλλαγές, έχει αρχίσει να γίνεται κατανοητό ότι κάποια στιγμή η μπίλια πρέπει κάπου να κάτσει. Να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο ενιαίο, με ξεκάθαρα και δίκαια κριτήρια επιλογής που θα δώσουν στις ομάδες χρόνο να προσαρμοστούν και να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα. Και κυρίως να μάθουν να διακρίνονται στο ευγενές σπορ της… συμπλήρωσης αιτήσεων. Κοινώς, να γίνουν εξπέρ στο να πουλούν καλύτερα τον εαυτό τους και να προσαρμόζονται σε μια επιβραβευθείσα αρμονία με τα –εκάστοτε- κριτήρια.

Πάντως, μού είναι δύσκολο να φανταστώ ότι υπάρχει κάποιος τόσο καπάτσος και επιτήδειος μέσα στο Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού που μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον εξακολουθητικών πιέσεων και απαιτήσεων έχει βρει τον τρόπο να «μαγειρεύει» τα κριτήρια ώστε να ευνοήσει συγκεκριμένους ή αόριστους «δικούς του». Το πρόβλημα θεωρώ ότι είναι τεχνικό. Δεν είμαι σίγουρος λ.χ. ότι ένα ψηφιακό σύστημα αξιολόγησης, βασισμένο σε προκαθορισμένα «ψυχρά» ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα, μπορεί να μειώσει τις υπόνοιες μεροληψίας και να διασφαλίσει ίση μεταχείριση.

Ένα ζήτημα που «βγάζει μάτι» μετά την τελευταία ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του Θυμέλη για το 2025 -και για το οποίο βρίσκω χίλια δίκια στις αντιδράσεις των Θεάτρων Versus και Ροή- είναι η ανισοκατανομή των επιχορηγήσεων με τη συντριπτική πλειονότητα των επιχορηγούμενων φορέων να εδρεύουν στη Λευκωσία. Στη λίστα μόνη εξαίρεση ουσιαστικά είναι η ΕΘΑΛ, της οποίας μάλιστα εγκρίθηκαν δύο συμπαραγωγές με ομάδες από τη Λευκωσία (!).

Η συγκέντρωση πόρων και δυνατοτήτων στην πρωτεύουσα είναι μια «ανωμαλία» που πρέπει να διορθωθεί. Τα κίνητρα που δίνονται για περιοδείες είναι μεν σημαντικά, αλλά η πολιτιστική αποκέντρωση δεν επιτυγχάνεται έτσι- μάλλον το αντίθετο. Η στήριξη και ακόμη περισσότερο η ενθάρρυνση θεατρικών φορέων σε όλη την Κύπρο είναι θεμελιώδης για την πολιτιστική συνοχή και την κοινωνική ενδυνάμωση. Συνεπώς, η καθιέρωση υποχρεωτικής ποσόστωσης για ομάδες εκτός Λευκωσίας, ώστε να στηριχθούν θεατρικές πρωτοβουλίες σε Λάρνακα, Λεμεσό, Πάφο κ.α. μοιάζει να είναι η επόμενη απαιτούμενη «πινελιά» στον καμβά του ρευστού και εν εξελίξει Σχεδίου Θυμέλη. Η εξισορρόπησή του σίγουρα πρέπει να περνά μέσα από αυτό.

Κάτι άλλο που εντοπίζεται είναι η ανάγκη δημιουργίας ξεχωριστού κονδυλίου για τη στήριξη νέων και ανερχόμενων θεατρικών ομάδων, με κριτήρια που ευνοούν την καινοτομία και τη συμμετοχικότητα. Αν μπορούσα να σκεφτώ κάτι επιπλέον, αυτό είναι η επιβολή ελάχιστων και μέγιστων ποσών, ανεξαρτήτως των επιδόσεων στη βαθμολογία και η θέσπιση τακτικής (θεσμικής) διαβούλευσης για αξιολόγηση των αποτελεσμάτων βάσει τεκμηριωμένων δεδομένων.

Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα είναι αν υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση του πλαισίου επιχορηγήσεων υπό τη φιλοσοφία που λειτουργεί σήμερα. Αν δηλαδή το Σχέδιο Θυμέλη έχει τη δυνατότητα να καταστεί κάποτε θεμέλιος λίθος για τη βιώσιμη ανάπτυξη του θεάτρου στην Κύπρο. Τα κύρια συστατικά που απαιτεί αυτό είναι η σταθερότητα, η διαφάνεια κι ένας διάλογος βασισμένος στην αλληλοκατανόηση.

Καλά θα κάνουν να το πάρουν απόφαση οι ενδιαφερόμενοι φορείς, όσοι απασχολούνται στο ελεύθερο «πολιορκημένο» (από οικονομικές εξαρτήσεις) θέατρο, αλλά και όσοι νοιάζονται για την εξέλιξή του, ότι ο φορέας που διαχειρίζεται το κονδύλι δεν πρόκειται να αλλάξει. Αυτή η σελίδα γύρισε οριστικά. Το ζήτημα είναι να βρει τη ρέγουλα με γνώμονα την ανάπτυξη του θεάτρου. Αλλά, όπως φαίνεται, αυτό θα πάρει καιρό.

Ελεύθερα, 8.12.2024