Μία από τις μεγαλύτερες, ταυτόχρονα και πανίσχυρες, παθογένειες του νεοελληνικού κράτους (όσο «νέο» μπορεί να λογίζεται δηλαδή), είναι η θρησκευτική και αδιασάλευτη προστασία της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων της. Μιλάμε για περίπου 576.000 ανθρώπους.

Εάν κάποιος από αυτούς υποπέσει σε ποινικό αδίκημα που θα πιστοποιηθεί απολύτως, τηρουμένων όλων των απαραίτητων διαδικασιών, ασφαλώς και θα απολυθεί. Έστω και με δυσκολία, που εκδηλώνεται συνήθως από συναδέλφους και συνδικαλιστικά όργανα.

Εκεί όμως που πέφτεις επάνω σε τοίχο από αδιαπέραστο μπετόν, είναι όταν ένας εργαζόμενος δεν κάνει καλά τη δουλειά, ή και δεν την κάνει καθόλου.

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων στο ελληνικό Δημόσιο που απλώς χτυπούν κάρτα (αν δεν τους την χτυπά και κάποιος άλλος…), ή και που γενικώς «κάθονται ή περιφέρονται» χωρίς να κάνουν τίποτα.

Μεγάλο μερτικό ευθύνης για τέτοια φαινόμενα, έχουν τα διοικητικά πρόσωπα που κάνουν τα στραβά μάτια, αλλά κυρίως τα συνδικαλιστικά τους όργανα.

Μιλάμε για ένα τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό που λιμνάζει σε δημόσιες υπηρεσίες ανεκμετάλλευτο. Οι κατ’ επάγγελμα λουφαδόροι, θέλω να πιστεύω ότι δεν αποτελούν την πλειονότητα.

Εκείνο που λείπει είναι μια δυναμική και εμπνευσμένη ηγεσία, σε κάθε δημόσια υπηρεσία, που θα σκύψει επάνω στο πρόβλημα και θα το λύσει, δημιουργώντας προϋποθέσεις αξιοποίησης αυτών των ανθρώπων.

Δυστυχώς, εδώ και πολλές δεκαετίες, κάθε που άλλαζε κυβέρνηση, οι νέοι «κρατούντες» έσπευδαν να φορτώσουν τους δημόσιους οργανισμούς με δικούς τους ανθρώπους.

Οι ψήφοι είναι αυτές που έχουν γεμίσει θέσεις εργασίας, χωρίς να προσφέρουν καμία εργασία.

Τη «μονιμότητα» την κερδίζεις με την απόδοσή σου στη δουλειά και την προσφορά σου σε όποια υπηρεσία βρίσκεσαι. Όχι με νομοθετικά διατάγματα. Για αυτό και εκείνοι που συνειδητά «κοπροσκυλιάζουν», πρωτίστως είναι τους συναδέλφους τους που προσβάλουν.

Πρόσφατα, είχαμε στην Ελλάδα μερικά ακραία φαινόμενα, χαρακτηριστικά. Το ένα: Οδηγός λεωφορείου (δημόσιος υπάλληλος) μιλούσε και «έπαιζε» με το κινητό του, εν κινήσει. Τον επέπληξε ένας επιβάτης και αυτός τον έβρισε.

«Το κινητό θα το κλείσετε ή θα οδηγάτε με αυτό», ρώτησε αρχικά ο επιβάτης τον οδηγό. «Εγώ αυτή τη στιγμή πρέπει να μιλήσω και να πω δύο πράγματα», φέρεται να απαντά εκείνος.

«Θα πρέπει να κάνετε στην άκρη, να σταματήσετε και να μιλήσετε. Με το ένα χέρι δεν οδηγούν», συνέχισε ο επιβάτης με τον οδηγό να απαντά πως το γνωρίζει.

Ωστόσο, αφού συνέχισε να κρατά το κινητό στα χέρια του είπε στον επιβάτη. «Δεν με ξέρεις καθόλου εμένα. Και δεν το λέω για να σε φοβερίσω, αλλά δεν με ξέρεις καθόλου καλά». 

Στη συνέχεια, ο οδηγός κάλεσε τον επιβάτη να καθίσει στη θέση του, προκειμένου να ξεκινήσει τη διαδρομή. «Και να κάτσεις σε καλή θέση να μην κουνιέσαι καν. Γιατί αν πέσεις εγώ ως οδηγός οφείλω να δώσω εξηγήσεις σε κάποιον», είπε για να συμπληρώσει: «Έλεγχο εγώ, έχω για τον εαυτό μου και δεν δίνω λογαριασμό». 

Αυτή, είναι μια χαρακτηριστική και όχι σπάνια περίπτωση παραβατικότητας που περνάει «έτσι» χωρίς καμία απολύτως επίπτωση.

Ευτυχώς –ελπίζω– δεν ισχύει το ίδιο για τον ανεκδιήγητο αστυνομικό της Βουλής των Ελλήνων, που κατηγορείται για τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση της συζύγου και των παιδιών τους.

Ο 45χρονος κατηγορείται συνολικά για 11 αδικήματα, και μετά την πολύωρη απολογία του κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος.

Αυτός σίγουρα χάνει τη δουλειά του. Και η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει και για το εάν θα χάσει και την ελευθερία που απολαμβάνουν οι κανονικοί και νομοταγείς άνθρωποι.

Ακόμα και αν αποδειχθεί ψυχικά ασταθής, τέτοιοι άνθρωποι δεν πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Πρωτίστως, χρειάζονται βοήθεια. Υπό αυστηρό περιορισμό.