Κάτι πίνουν ομαδικά όταν γίνονται υπουργοί. Αλλιώς δεν εξηγείται. Πώς να εξηγηθεί, δηλαδή το ότι αίφνης ορισμένοι γίνονται άλλοι άνθρωποι από αυτούς που ήξερες στον πρότερο βίο τους.
Αυτό δείχνει και η οδηγία που έστειλε η Μαρία Παναγιώτου στα στελέχη του υπουργείου της. Όπως λέει η ίδια, «η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων μπορούν να επιβεβαιώσουν την προσήλωσή μου στην ελευθεροτυπία». Ακριβώς γι΄ αυτό, όμως, πάθαμε την πλάκα μας, που λέει ο λόγος, διαβάζοντας τη διαταγή της. Μα, είναι δυνατόν; Η Μαρία; Που πριν γίνει υπουργός Γεωργίας ήταν εκπρόσωπος Τύπου της ΕΔΕΚ και είχε να κάνει με τους δημοσιογράφους και την ενημέρωση;
Κι όμως, είναι η Μαρία Παναγιώτου που υπογράφει τη διαταγή η οποία απαγορεύει σε όλους τους υπαλλήλους του υπουργείου να μιλούν σε δημοσιογράφους. Και το ακόμα χειρότερο είναι ότι η απαγόρευση ισχύει για όλους «ανεξαρτήτως βαθμίδας», όπως αναφέρει ρητά και ασφαλώς εννοεί ακόμα και τους διευθυντές, τους ειδικούς εμπειρογνώμονες, ή ακόμα και τον γενικό διευθυντή του υπουργείου.
Ε, αυτό, αγαπητή Μαρία Παναγιώτου, ξεπερνά κάθε όριο ελέγχου της έγκυρης ενημέρωσης και λέγεται πια τριτοκοσμική λογοκρισία.
Ακόμα, λέει, κι αν ένας υπάλληλος εξασφαλίσει την άδεια του προϊσταμένου του δεν θα κάνει δηλώσεις σε ΜΜΕ, «αν δεν έχει λάβει την έγκριση από την κα Υπουργό και αν δεν τύχει της απαραίτητης καθοδήγησης για το τι θα πει, από το Γραφείο της κας Υπουργού». Και ειδικά απαντήσεις στις εφημερίδες «θα δίνονται ΜΟΝΟ γραπτώς και θα τις βλέπει το Γραφείο Τύπου της κας Υπουργού». Έτσι ακριβώς τα γράφουν!
Τι διαφέρει αυτό από τους λογοκριτές ενός δικτατορικού καθεστώτος, που έπαιρναν τις εφημερίδες πριν τυπωθούν κι έκοβαν με το ψαλίδι ακόμα και φράσεις που θεωρούσαν κακές για τους ίδιους; Επειδή είναι τόσο σοβαρό, λοιπόν, δεν μας ικανοποιεί η διευκρίνιση που έδωσε μετά που ξέσπασε σε όλα τα ΜΜΕ σάλος όταν διέρρευσε η οδηγία της.
«Με λύπη διαπιστώνω ότι μια λάθος διατύπωση των οδηγιών μου, έδωσε άλλη εντύπωση, εντελώς αντίθετη από τις πεποιθήσεις και αρχές μου», έλεγε η διευκρίνηση. Δεν ήταν, όμως, «μία λάθος διατύπωση», ήταν ολόκληρη η διαταγή λάθος και οφείλονται εξηγήσεις. Τι ήθελε ακριβώς να πει; Πού ήταν το λάθος; Ποιος το έκανε; Τι ισχύει; Μπορούν ή δεν μπορούν οι δημοσιογράφοι διερευνώντας ένα θέμα να ζητήσουν απάντηση από τον διευθυντή ενός τμήματος του υπουργείου ή από έναν ειδικό που έχει τη γνώση; Ή θα πρέπει να περιμένουν να πάρει έγκριση από την υπουργό η οποία θα τους λέει τι θα απαντήσουν γραπτώς; Και ο δημοσιογράφος, που θέλει τάχιστα να γράψει το θέμα του θα περιμένει την γραπτή απάντηση του υπουργείου; Η οποία γραπτή απάντηση ως γνωστό (για την κρατική μηχανή μιλάμε) μπορεί να κάνει και μια βδομάδα να φτάσει κοντά του;