Ακούγεται υπερφίαλο –ίσως να είναι- αλλά εκλαμβάνω κι ως προσωπική αποτυχία το γεγονός ότι σχεδόν 15 χρόνια τώρα που ασχολούμαι με την υπόθεση της Κυπριακής Βιβλιοθήκης, η υπόθεση εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ που βρίσκεται: στο μετέωρο βήμα του πελαργού. Η συζήτηση παραμένει εδώ και δεκαετίες στο προσκήνιο, κυρίως λόγω της διαρκούς αναβολής στην υλοποίηση ενός οραματικού έργου, που θα αποτελέσει πυλώνα της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής.

Οριοθετώ την 15ετία από την ημέρα που άκουσα τον, αείμνηστο πια, τότε διευθυντή της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου –κατοπινό Γενικό Διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος- Φίλιππο Τσιμπόγλου να μου λέει σε συνέντευξη «Στην Κύπρο μπορούμε να επιδεικνύουμε τις τράπεζες που έχουμε, αλλά όχι τις βιβλιοθήκες, τις οποίες μάλλον θα έπρεπε να κρύβουμε». Με την κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας να εξελίσσεται ραγδαία, αυτή η ανωμαλία «φώναζε» από μακριά.

Φανταστείτε σήμερα, που –ευτυχώς ή δυστυχώς- πάψαμε πια να είμαστε και τόσο επιδειξίες με τις τράπεζες, αλλά εξακολουθούμε να γυρίζουμε τη μανιβέλα μετά βίας ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Τη στιγμή, που για κάθε ένα χελωνίσιο βήμα που κάνουμε, οι εξελίξεις (και οι απαιτήσεις) σε σχέση με τον τομέα μάς προσπερνούν δύο. 

Οι εθνικές βιβλιοθήκες, ως θεματοφύλακες της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς ενός λαού, βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο μιας ριζικής αναπροσαρμογής του ρόλου τους, που υπαγορεύεται από τις σύγχρονες τεχνολογικές και κοινωνικές προκλήσεις. Η μετάβασή τους από αποθηκευτικούς χώρους σε ζωντανούς κόμβους γνώσης και καινοτομίας αποτελεί μονόδρομο. Η Κυπριακή Βιβλιοθήκη, με το βάρος του χρόνου και την επιτακτική ανάγκη εκσυγχρονισμού, βρίσκεται ενώπιον μιας κομβικής συγκυρίας. Η υλοποίηση του σχεδίου για ανέγερση σύγχρονου κτηρίου πρέπει πλέον να βασιστεί σε αρχές που ανταποκρίνονται στις διεθνείς πρακτικές και στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας.

Πέρα από χώρος μελέτης και συνεργασίας με προηγμένες τεχνολογικές υποδομές, πέρα από εργαστήριο ψηφιακής καινοτομίας, από πόλος εκπαίδευσης, ψηφιακού εγγραματισμού και δια βίου μάθησης, από εταίρος προώθησης περιβαλλοντικά βιώσιμων πολιτικών και εγγυητής ισότιμης πρόσβασης στην πληροφορία, το κτήριο είναι σημαντικό και για συμβολικούς λόγους. Θα σηματοδοτήσει μια καίρια στροφή αυτού του κράτους. Δεν είναι ένα απλό κατασκευαστικό έργο, αλλά μια ιστορικής σημασίας, νευραλγική επένδυση στη γνώση, την ισότητα, τον πολιτισμό. 

Φυσικά, χωρίς την απαραίτητη προεργασία, μια σύγχρονη υποδομή δεν θα είναι κάτι περισσότερο από τσιμεντένιο κουτί –ανεξαρτήτως αισθητικής. Πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο στρατηγικής και συνολικής αναμόρφωσης. Να διασφαλιστεί, επιπλέον, ότι θα ενσωματώσει τις ψηφιακές τεχνολογίες στον πυρήνα της λειτουργίας της. Πρώτιστα, όμως, επιτακτική ανάγκη είναι η μεταρρύθμιση του απαρχαιωμένου νομοθετικού πλαισίου που εμποδίζει την ανάπτυξή της, με προτάσεις για καθιέρωση αυτονομίας, νέες δομές διακυβέρνησης κι ίσως ένα ευέλικτο μοντέλο χρηματοδότησης.

Το πλαίσιο, το ιστορικό, τα οικονομικά και πληθυσμιακά μεγέθη είναι πολύ διαφορετικά, αλλά η εμπειρία της Ελλάδας με τη μετεγκατάσταση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις του ΚΠΙΣΝ προσφέρει έναν πολύτιμο φάρο. Ένας νέος αέρας επήλθε στη λειτουργία της, εκτοξεύοντας τον ρόλο της, γεγονός που έδειξε με εντυπωσιακό τρόπο πώς με στρατηγικό σχεδιασμό, σύγχρονη υποδομή και διεθνείς συνεργασίες, οι βιβλιοθήκες μπορούν να αποτελέσουν καταλύτη κοινωνικής και πολιτιστικής αναγέννησης.

Στη δική μας περίπτωση, βέβαια, το να κάνουμε τώρα λόγο για διεθνείς συνέργειες, κοινά έργα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ανάπτυξη δικτύων είναι σαν να βαφτίζουμε τον Γιάννη πριν τον δούμε. Η υπόθεση της Κυπριακής Βιβλιοθήκης πρέπει να ανέβει στην κορυφή της λίστας προτεραιοτήτων για καταφέρει να προχωρήσει πέρα από τα εμπόδια και να γίνει σημείο αναφοράς για την Κύπρο του 21ού αιώνα. Ο οποίος, πληφοριακά, βρίσκεται ήδη στην τρίτη δεκαετία του. 

* Το πρωί της ερχόμενης Παρασκευής 22 Νοεμβρίου ανατέθηκε στην αφεντιά μου το βαρύ καθήκον να συντονίσω συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με θέμα τον σύγχρονο ρόλο των Εθνικών Βιβλιοθηκών και το παράδειγμα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, καθώς επίσης τις προκλήσεις και προοπτικές για την Κυπριακή Βιβλιοθήκη. Εντάσσεται στο πλαίσιο του επαγγελματικού Συνεδρίου της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Λεμεσού και ομιλητές θα είναι η Υφυπουργός Πολιτισμού Λίνα Κασσιανίδου, ο βουλευτής- μέλος της Επιτροπής Παιδείας Ανδρέας Αποστόλου, η νέα Γενική Διευθύντρια Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος Χρύσα Νικολάου και ο βιβλιοθηκονόμος Ανδρέας Κ. Ανδρέου, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Ο τελευταίος, υπεύθυνος σήμερα του Τομέα Συστημάτων και Τεχνολογιών Πληροφόρησης στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου, είναι ο άνθρωπος που συνέγραψε μαζί με τον Τσιμπόγλου το περιλάλητο «Στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της Κυπριακής Βιβλιοθήκης 2010-2014: από την πραγματικότητα στο ιδεώδες, μέσω του εφικτού». 

Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό θα καταφέρω να ανταποκριθώ, αλλά σίγουρα κάτι καλό θα βγει από τη συζήτηση αυτή. Τουλάχιστον να έχουμε να γράφουμε για τα επόμενα χρόνια. 

Ελεύθερα, 17.11.2024