Έχουμε και οι δημοσιογράφοι ευθύνη φυσικά για την ποιότητα της κοινωνίας μας. Αλλά, τα τελευταία χρόνια όλοι οι πολίτες είναι δημοσιογράφοι. Δημοσιογραφούν στα κοινωνικά δίκτυα και μπορούμε κι εμείς, οι εξ επαγγέλματος, να τους κρίνουμε, όπως μας κρίνουν αυτοί.
Τα έγραφα χτες πιο συγκεκριμένα και σίγουρα ενοχλήθηκαν πολλοί αναγνώστες γιατί τους επέκρινα, που παριστάνουν τους ξερόλες και δεν έχουν σεβασμό για τους άλλους. Μηδενίζουν, προσβάλλουν, αυθαιρετούν, διαστρεβλώνουν, βγάζουν συμπεράσματα από τη φαντασία τους. Αναδεικνύεται μέσα από αυτή τη δημόσια έκθεση των κοινωνικών δικτύων μια σάπια βάση στην κοινωνία μας. Και είναι πάνω σε αυτήν που στηρίζεται τελικά το σάπιο σύστημα που διοικεί τον τόπο.
Αλλά, ας σκεφτούμε λίγο. Ποια κοινωνική ποιότητα βγαίνει στη δημόσια έκθεση; Δεν κρύβεται πια, παρελαύνει δημοσίως κάθε μέρα με όσα γράφονται στα κοινωνικά δίκτυα. Και δεν μιλώ μόνο για τα περιβόητα fake news, αλλά για τις απόψεις που εκφράζονται, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τον μηδενισμό των πάντων. Τον μηδενισμό τον βλέπουμε και στις εφημερίδες πια, εκεί που περιμένεις περισσότερη σοβαρότητα και ευθύνη. Στο υπαρξιακό μας πρόβλημα, το Κυπριακό, αλλά και σε όσα κάνει ή δεν κάνει η κυβέρνηση και ειδικά ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης. Ακόμα και όταν πήγε στον Λευκό Οίκο στη συνάντηση με τον Μπάιντεν, ενώ ήταν μια σημαντική ενέργεια, προσπαθούσαν δημοσιογράφοι – αναλυτές να βρουν τρόπο να την μηδενίσουν.
Ισοπεδώνονται τα πάντα πλέον. Κι αυτό οδηγεί σε άλλες καταστάσεις, επηρεάζει τα πάντα γύρω μας. Δεν είναι άσχετες, για παράδειγμα, όλες αυτές οι επιθέσεις εναντίον των αλλοδαπών διανομέων φαγητού. Προέρχονται, ή εμπνέονται καλύτερα, από το γενικότερο κλίμα της ισοπέδωσης. Της ανευθυνότητας. Της ψευτομαγκιάς. Μιας νοοτροπίας βανδαλιστικής. Είτε ο στόχος του βανδαλισμού είναι οι μετανάστες, είτε τα σχολικά λεωφορεία, η ουσία είναι ότι πρόκειται για φαινόμενο που μας χαρακτηρίζει πλέον μαζικά. Κι ας μην είμαστε όλοι βάνδαλοι.
Βρήκα στο γκουγκλάρισμα ότι ο όρος προήλθε από το γερμανικό φύλο των Βανδάλων, οι οποίοι όταν εισέβαλαν στη Ρώμη και τη Γαλατία κατέστρεφαν αγάλματα κυρίως και άλλα έργα τέχνης. Βάρβαροι και βαρβαρότητα!
Εμείς τι κάνουμε; Βανδαλίζουμε αγάλματα, μνημεία ηρώων, ιδιωτικές ή δημόσιες περιουσίες. Δέστε τι γίνεται σε ιδιωτικές περιουσίες έξω από γήπεδα κάθε φορά που τα παιδιά μας θέλουν να… ξεσπάσουν.
Όχι, δεν ισοπεδώνω γενικεύοντας, δεν είμαστε το κυπριακό φύλο των Βανδάλων, έχουμε ανθρώπους με ποιότητα και ευγένεια αλλά σιωπούν μπροστά στα ισοπεδωτικά φαινόμενα. Το θέμα είναι ότι οι βάνδαλοι στα γήπεδα, οι βάνδαλοι που ξυλοκοπούν ντελιβεράδες, οι βάνδαλοι που ρίχνουν μπογιάδες στα μνημεία των ηρώων μας, οι βάνδαλοι που καταστρέφουν πάρκα στις γειτονιές, οι βάνδαλοι δημοσιογράφοι που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, είναι όλοι δικοί μας άνθρωποι. Των οικογενειών μας, των γειτονιών μας, των σχολείων μας. Αυτή η κοινωνία τους διαμόρφωσε και τους αμόλησε να την διαφεντεύουν. Και τους προστατεύει!
Αν θέλει κανείς να δει τις ευρύτερες συνέπειες αυτής της νοοτροπίας, ας δει μερικά πρόσφατα γεγονότα στα πιο ψηλά δώματα της κοινωνίας μας. Για παράδειγμα, τι είναι αυτή η ιστορία με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του Οδυσσέα Μιχαηλίδη; Βανδαλισμός είναι κι ας μην έχει σχέση με πολιτιστικά μνημεία. Βανδαλισμός των δικαιωμάτων ενός ανθρώπου επειδή δεν τους αρέσει η φάτσα του. Όπως σε άλλους δεν αρέσει η φάτσα των παιδιών που κουβαλούν το φαγητό των πασάδων στο σπίτι (μην κουραζόμαστε). Είναι η εγωιστική βαρβαρότητα μελών της κοινωνίας μας που βλάπτει άλλους ανθρώπους.
Τι είναι αυτή η ιστορία με τη μητέρα που δικαιώθηκε πρόσφατα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο γιατί επί έξι χρόνια ζητούσε μάταια τη βοήθεια των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους μας όταν αποξενώθηκε βίαια από τα παιδιά της και δεν λάμβανε καμιά βοήθεια. Έξι χρόνια στεκόταν έξω από το σχολείο και το φροντιστήριο των παιδιών της για να μπορέσει να τα δει και κανένας δεν την βοηθούσε. Το κράτος μας καταδικάστηκε από το ΕΔΑΔ. Αλλά, τι σημασία έχει; Ήταν μια βαρβαρότητα εναντίον μιας αβοήθητης μητέρας επί έξι ολόκληρα χρόνια.
Τι είναι αυτή η ιστορία με τη δίωξη του συνδικαλιστή των αστυνομικών Νίκου Λοϊζίδη; Διώκεται διότι μιλά, καταγγέλλει τα κακώς έχοντα στην Αστυνομία, διεκδικεί μεγαλόφωνα καλύτερες συνθήκες για τους αστυνομικούς. Δεν είναι βαρβαρότητα αυτή η δίωξη; Βανδαλισμός της συνδικαλιστικής ελευθερίας είναι, και εκδηλώνεται εναντίον ενός εργαζόμενου.
Αυτή είναι η ποιότητα μας. Και ξεκινά από τα σπίτια μας και από τα σχολεία μας. Θα αλλάξουμε; Μπα! Αφού δεν φαίνεται καν να αφορά κανέναν, άλλοι είναι το πρόβλημα, εγώ είμαι τέλειος.
*Στη φωτογραφία, παγίδα για αγρινά που έστησε ένας από τους ως άνω βάνδαλους.