Το 2016, σχεδόν αμέσως μόλις ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη για πρώτη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ, πολλοί αναλυτές σχολίαζαν πόσο προφητικό αποδείχτηκε το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής».

Το μυθιστόρημα, που εκδόθηκε το 2004, εξιστορεί έναν εναλλακτικό κόσμο στον οποίο ο ακροδεξιός, λαϊκιστής και αντισημίτης αεροπόρος Τσαρλς Λίντμπεργκ κερδίζει τον Ρούσβελτ στις αμερικανικές εκλογές του 1940 και βυθίζει τη χώρα σ’ έναν αντιδημοκρατικό εφιάλτη. Οι συνδέσεις αφορούσαν την πολιτική ατμόσφαιρα που δημιούργησε η εκλογή (και η ρητορική) του Τραμπ, καταγράφοντας τις ανησυχητικές τάσεις προς τον απομονωτισμό, τον αυταρχισμό, τον ρατσισμό, τη διάβρωση των θεσμών και τη διάσπαση της κοινωνίας.

Στην τετραετία που προήδρευσε, ο Τραμπ δεν σκοτίστηκε ιδιαίτερα να διασκεδάσει αυτές τις ανησυχίες αλλά ούτε και τις επιβεβαίωσε πανηγυρικά, αφού σε κάποιον βαθμό η τοξικότητα και η ροπή προς τη δημαγωγία δεν έφερε δα… και το τέλος του κόσμου, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι οι αντιλαϊκές του πολιτικές είχαν αντίκτυπο στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Το κύριο ζήτημα όμως που θέτει ο Ροθ στο βιβλίο του φρονώ ότι παραμένει και αιωρείται ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της περασμένης Τρίτης. Και αφορά την ανθεκτικότητα των δημοκρατικών θεσμών.

Οι ανησυχίες για την ευθραυστότητα της δημοκρατίας, επεκτείνονται πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ και συνδέονται προφανώς με τις τάσεις που εμφανίζονται στη Δύση γενικότερα. Η ανάδυση της ακροδεξιάς ρητορικής και οι αυξανόμενες πιέσεις στους προοδευτικούς θεσμούς και ιδέες αποτελούν ένα κοινό σκηνικό που παρατηρείται σε πολλές δυτικές χώρες, με ανατριχιαστικές ομοιότητες με τη δυστοπική Αμερική που οραματίστηκε ο Ροθ.

Οκτώ χρόνια αργότερα, το βιβλίο φαντάζει ακόμη πιο εφιαλτικά προφητικό, καθώς επισημαίνει την απειλή που κρύβεται στη γοητεία του λαϊκισμού και του απολυταρχισμού, όταν η ακραία ρητορική εκμεταλλεύεται τον φόβο, την οικονομική αβεβαιότητα και την κοινωνική πόλωση. Την ίδια στιγμή υπερεξουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια ημιπαραφρόνων μεγαλοεπιχειρηματιών. Όπως και στο μυθιστόρημα, η δημοκρατία μοιάζει να υπονομεύεται εκ των έσω, από πολιτικούς και κινήματα που υπόσχονται απλές λύσεις και νοσταλγούν μια «καθαρόαιμη» ταυτότητα, διαβρώνοντας τον δημοκρατικό διάλογο και προωθώντας διακρίσεις και μισαλλοδοξία.

Βλέπουμε πολλές χώρες, κόμματα και ηγέτες με ακροδεξιά ατζέντα να βρίσκουν, δημοκρατικότατα, όλο και περισσότερο χώρο σε κεντρικές πολιτικές σκηνές, κερδίζοντας εκλογική στήριξη ακόμα και από παραδοσιακά κεντρώους ή συντηρητικούς ψηφοφόρους. Ήταν άραγε, όμως, ο Τραμπ αυτός που νομιμοποίησε την ακροδεξιά ρητορική ή έκανε το αυγό την κότα;

Παράλληλα, λεγεται ότι η άνοδος του λαϊκισμού αμφισβητεί συχνά τους θεσμούς της δικαιοσύνης, της ελευθεροτυπίας και της εκπαίδευσης, που παραδοσιακά θεωρούνται προοδευτικά αναχώματα για την κοινωνική σταθερότητα. Το γεγονός όμως ότι η ισορροπία αυτών των θεσμών αμφισβητείται ήδη σοβαρά από την ίδια τη χορδή του δημοκρατικού τόξου που τους συγκρατεί, δείχνει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο και δομικότερο.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο η σημερινή Δύση μοιάζει να «συνωμοτεί» ενάντια στον εαυτό της είναι η κρίση των αξιών της ανοιχτής κοινωνίας και της πολυπολιτισμικότητας, με ενίσχυση των πολιτικών περιορισμού της μετανάστευσης, της ισλαμοφοβίας και της ξενοφοβίας. Με τον ίδιο τρόπο που οι λαϊκιστές του μυθιστορήματος του Ροθ εκμεταλλεύονται το θυμικό των πολιτών, παντελώς αβάσιμες και παρανοϊκές θεωρίες επιτίθενται σήμερα σε τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, διαβρώνοντας κι άλλο την εμπιστοσύνη στη γνώση και την ποιοτική ενημέρωση.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι πέρα από μια ιστορία τρόμου για την Αμερική, το βιβλίο μπορεί να εκληφθεί ως μια ισχυρή προειδοποίηση για τη Δύση. Η «συνωμοσία» συντελείται μέσα από την αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, την άνοδο της αυταρχικής σκέψης και την εξάπλωση της μισαλλοδοξίας.

Όλα καλά ως εδώ, δεν διαβάσατε και τίποτα πρωτότυπο ή σοφό. Ούτε αν προσθέσω ότι η ρίζα του προβλήματος ίσως βρίσκεται στο γεγονός ότι οι κυβερνήσεις, με πρώτη αυτή των Δημοκρατικών, παραμένουν… ερωτικά προσκολλημένες στον νεοφιλελευθερισμό και την τεχνοκρατία, εξωθώντας τις λαϊκές τάξεις σε λαϊκιστικές επιλογές. Έχω βαρεθεί να ακούω για την υποτιθέμενη «κρίση του καπιταλισμού», όμως ο καπιταλισμός μια χαρά βλέπω να αντέχει, εύρωστος και ακλόνητος. Αυτοί οι τριγμοί που ακούγονται είναι κάτι άλλο: το σύστημα της αγοράς και οι πολιτικές που το εξυπηρετούν ολοένα και αποδυναμώνουν τη δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της κοινωνίας.

Υπό μία έννοια, ο Τραμπ είναι σύμπτωμα και όχι φαινόμενο και σίγουρα δεν είναι η αιτία των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων της Αμερικής και του δυτικού κόσμου. Είναι μια σχιζοφρενική, αυτοτιμωρητική έκφραση δυσαρέσκειας εναντίον ενός κατεστημένου που προωθεί τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Με κοφτά, απλοϊκά μηνύματα, οξύ ύφος και σηκωμένο φρύδι, προσεγγίζει την αγανάκτηση του μπερδεμένου λαού, που τον περνά για… αντισυστημικό, παρά το γεγονός ότι είναι ένα πολύ αντιπροσωπευτικό προϊόν του ίδιου συστήματος.

Προφανώς, φιλοδοξία του δεν είναι να βγάλει χρήματα από την πολιτική. Τουλάχιστον όχι άμεσα. Τον ενδιαφέρει να ενισχύσει την προσωπική του εξουσία και να προωθήσει πολιτικές που, στο τέλος, εξυπηρετούν το πλουτοκρατικό συνάφι του, τις μεγάλες εταιρείες και τους πανίσχυρους της αγοράς.

Το γεγονός ότι το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο τον παρουσιάζει ως «αποδιοπομπαίο τράγο» μάλλον του δίνει πόντους, ωθώντας τους απογοητευμένους πολίτες να στρέψουν την οργή τους σε εύκολους και ευάλωτους στόχους, αντί να αναγνωρίσουν τα δομικά προβλήματα που τους ταλανίζουν. Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οι πολιτικές που υποσχέθηκε δεν θα αποδώσουν, ούτε τα αποτελέσματα που έταξε θα επιτευχθούν, με τα γρανάζια των παγκόσμιων οικονομικών συσχετισμών να ετοιμάζονται ήδη για αλλαγή περιστροφής.

Πάντα τα πράγματα μπορούν να γίνουν και χειρότερα, αλλά εδώ δυσκολεύομαι να δω πώς ο μύθος της έλλειψης εναλλακτικής (ΤΙΝΑ) θα αντέξει κι άλλο από την κατάρρευση. Στο καλό σενάριο, όταν οι μάσκες πέσουν, ο δρόμος προς μια συνεταιριστική οικονομία βασισμένη στη αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα ίσως γίνει περισσότερο ορατός. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι αφενός το γεγονός ότι οι λίγοι βολεύονται από τη συστηματική έλλειψη επίγνωσης των πολλών. Αφετέρου, έγκειται στις εμμονές των πιο συνειδητοποιημένων πολιτών που αρνούνται να δεχτούν ότι το φως στο τούνελ είναι το τρένο που έρχεται κατά πάνω μας και τρομάζουν στην ιδέα ότι η ανάπτυξη μιας νέας οικονομικής φιλοσοφίας που δίνει έμφαση στην ισότητα, τη βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή είναι εδώ που φτάσαμε μονόδρομος.

Το κακό σενάριο το βλέπουμε να εξελίσσεται ήδη…

Ελεύθερα, 10.11.2024