Οι πολυσυζητημένες αμερικανικές εκλογές έληξαν. Ο Ντόναλντ Τραμπ νίκησε την Κάμαλα Χάρις και έγινε ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ και ο δεύτερος πρόεδρος (μετά 1893), που επανέρχεται στον Λευκό Οίκο. Τα κατάφερε ξεπερνώντας μια σειρά από εμπόδια που θα εκτροχίαζαν άλλους υποψηφίους.
Υπενθυμίζουμε ότι η πρώτη θητεία του έληξε με τους υποστηρικτές του να επιτίθενται στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ και ο ίδιος στη συνέχεια αντιμετώπισε μια σειρά από ποινικές διώξεις και δύο απόπειρες δολοφονίας. Στην τελευταία απόπειρα (13/7/2024, Πενσυλβάνια) η σφαίρα τον τραυμάτισε ελαφρά στο αυτί.
Πριν γίνει πρόεδρος (2016-2020) ο Τραμπ αντιμετώπισε 26 κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης και περίπου 4000 αγωγές (1973 πρώτη). Αμέσως μετά τη λήξη της προηγούμενης θητείας του, έχασε τη νομική προστασία που παρέχεται στον εκάστοτε πρόεδρο οπότε ομοσπονδιακοί και πολιτειακοί εισαγγελείς τον κατηγόρησαν για 91 κακουργήματα: συνωμοσία για ανατροπή ήττας (εκλογές 2020), διακινδύνευση μυστικών εθνικής ασφάλειας, πλαστογράφηση επαγγελματικών αρχείων για «σιωπηλή» πληρωμή (κατά τη διάρκεια της καμπάνιας του 2016) στη πρωταγωνίστρια ταινιών ενηλίκων πορνό, Στόρμι Ντάνιελς, η οποία ισχυριζόταν ότι είχε σεξουαλική σχέση με τον Τραμπ. Το δικαστήριο της Νέας Υόρκης τον έκρινε ένοχο (34 κατηγορίες) για την υπόθεση αυτή. Έχει ήδη προγραμματιστεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο της Νέας Υόρκης (26/11/2024) για να του απαγγελθεί η σχετική ποινή. Αναμένεται ότι η νομική ομάδα του Τραμπ θα προσπαθήσει να αποτρέψει την επιβολή ποινής και να ζητήσει ακύρωσή της, υποστηρίζοντας ότι ως εκλεγμένος πρόεδρος, δικαιούται τις ίδιες συνταγματικές προστασίες με τον εν ενεργεία πρόεδρο. Στο παρελθόν, η νομική ομάδα είχε επικεντρωθεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας για την υπόθεση.
Στη νικητήρια ομιλία του ο Τραμπ είπε: «Αυτό είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κίνημα όλων των εποχών. Έχουμε μια χώρα που χρειάζεται βοήθεια». Και συνέχισε: «Κάθε μέρα, με κάθε μου ανάσα, θα παλεύω για σας. Αυτή θα είναι πραγματικά η χρυσή εποχή της Αμερικής».
Οι ψηφοφόροι προτίμησαν το πολωτικό στυλ του Τραμπ και τη λαϊκίστική προσέγγιση από την πιο συμβατική της Χάρις. Υποσχέθηκε να χαλαρώσει τους κανονισμούς για την ενέργεια, να συρρικνώσει την ομοσπονδιακή γραφειοκρατία και τη ψήφιση τεράστιων φορολογικών περικοπών — συμπεριλαμβανομένου του φόρου για φιλοδωρήματα, υπερωρίες ή παροχές κοινωνικής ασφάλισης για ηλικιωμένους. Υποσχέθηκε επίσης, ότι θα προστατεύσει τους εργαζομένους των ΗΠΑ, αναγκάζοντας τις εταιρείες που κατασκευάζουν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό να πληρώσουν δασμό 10% σε όλες τις ξένες εισαγωγές και δασμούς 60% για προϊόντα από την Κίνα. Έχει δεσμευτεί να μην περικόψει τα επιδόματα Medicare ή Κοινωνικής Ασφάλισης. Έχει πει ότι θα τερματίσει την αυτόματη υπηκοότητα για τα παιδιά που γεννιούνται από μετανάστες σε αμερικανικό έδαφος και θα επαναφέρει την «ταξιδιωτική απαγόρευσή» που στοχεύει σε χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Ορκίστηκε να «επανεκτιμήσει θεμελιωδώς τον σκοπό και την αποστολή του ΝΑΤΟ». Έχει υποσχεθεί ότι θα συγκεντρώσει εκατομμύρια παράνομους κατοίκους χωρίς έγγραφα και θα τους κρατήσει σε στρατιωτικοποιημένα στρατόπεδα μέχρι να απελαθούν. Υποσχέθηκε να περιορίσει το έγκλημα στις αμερικανικές πόλεις δίνοντας περισσότερες εξουσίες στην αστυνομία.
Αξιοπερίεργο ότι περίπου τα μισά από τα πρώην μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου του και ο πρώην αντιπρόεδρός του, Mike Pence, αρνήθηκαν να υποστηρίξουν το παλιό τους αφεντικό αυτή τη φορά. Λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, ο John F. Kelly, ο μακροβιότερος αρχηγός του επιτελείου του Τραμπ, τον αποκάλεσε (New York Times) «φασίστα» συμπληρώνοντας ότι θα κυβερνούσε σαν δικτάτορας αν του επιτρεπόταν.
Άνθρωποι που τον γνωρίζουν καλά, όπως ο πρώην προσωπικός του δικηγόρος, Michael Cohen, δήλωσαν ότι ο Τραμπ δεν μπορεί να διαχειριστεί την ήττα. Κάτι με το οποίο συμφωνεί και η Μαίρη Τραμπ, κόρη του αποθανόντα μεγάλου αδελφού του, ειδικευμένη ψυχολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Too Much and Never Enough» (πολλά, αλλά ποτέ αρκετά). Στο βιβλίο περιγράφει την άνοδο του θείου της μέσα από την οικογενειακή ιστορία. Επιχειρηματολογεί ότι αυτός δεν έχει μάθει να χάνει, δεν παραδέχεται ήττα ποτέ και επιμένει. Όπως γράφει στο βιβλίο της, ο Ντόναλντ ήταν το αγαπημένο παιδί του δεσποτικού πατέρα τουπου ανάμενε να παίρνει πάντα αυτό που ήθελε και δεν ανεχόταν καμία διαφωνία ή αντίσταση. Ο πατέρας, ισχυρίζεται η Μαίρη, «κατάστρεψε» τον Ντόναλντ, δεν τον άφησε να αναπτύξει όλο το φάσμα των συναισθημάτων (π.χ. ενσυναίσθηση) και διαστρέβλωσε την αντίληψη του για το γύρω κόσμο. Στο σπίτι πείραζε και ενοχλούσε τους πάντες, βασάνιζε συνεχώς τον μικρότερο αδελφό του Ρόμπερτ, έλεγε ψέματα, δεν απολογείτο για κάτι που έκανε. Έγινε αλαζόνας, λέει η Μαίρη, ως ασπίδα ενάντια στα συναισθήματα εγκατάλειψης και αντίδοτο στην έλλειψη αυτοεκτίμησής του, ένα προκάλυμμα για τις βαθύτερες ανασφάλειες του. Στα 13 του στάλθηκε εσώκλειστος στην στρατιωτική ακαδημία. Σύμφωνα με τη Μαίρη, ο Ντόναλντ ήταν πολύ μέτριος μαθητής και ανάγκασε έναν καλό μαθητή, τον Joe Shapiro, να παρακαθήσει τις εισαγωγικές εξετάσεις στο όνομά του. Λέει η Μαίρη, όπως τον πατέρα του, ο Ντόναλντ αρέσκεται να ταπεινώνει και εξευτελίζει κάποιον, πιστεύει στην ανωτερότητά του, είναι αδίστακτος, μισογύνης, ρατσιστής, αλαζόνας, σκληρός, ανελέητος, νάρκισσος, πατά επί πτωμάτων για να επιτύχει τον σκοπό του καιτιμωρεί όποιον αμφισβητήσει την εξουσία του. Πήρε τη μερίδα του λέοντα από την τεράστια περιουσία του πατέρα του αφήνοντας στην Μαίρη και στον αδελφό της ψίχουλα.
Μετά την εκλογή του θείου της έγραψε στο Χ: «Λυπούμαι πολύ, μας άξιζε κάτι καλύτερο».
Όμως, αν θα είναι καλύτερα ή χειρότερα θα το δούμε στη συνέχεια.