Ο Τραμπισμός μπορεί να επικράτησε ως αμερικανικό φαινόμενο αλλά δεν είναι. Είναι παγκόσμιο πια. Και ειδικά ευρωπαϊκό. Εκφράζει το άκρο, στην Ευρώπη είναι η άκρα δεξιά, ο νεοναζισμός, που σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες βρίσκεται πια είτε στην εξουσία, είτε στις παρυφές της.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό το άκρο το κατέχουν οι Ρεπουμπλικάνοι και το εξέφρασε με τον πιο απόλυτο και εριστικό τρόπο ο Ντόναλντ Τραμπ. Στοχοποίησε μετανάστες, στοχοποίησε γυναίκες, έκανε επίδειξη ανδρισμού, ενθάρρυνε την πολιτική βία, κατηγορήθηκε για βιασμούς και σεξουαλικές επιθέσεις, μίλησε για την ανθυποψήφια του με βαρύτατους χαρακτηρισμούς (ψυχοπαθής) και η νίκη του ήταν σαρωτική.
Η εμπρηστική προεκλογική του εκστρατεία, εξέφρασε με έναν προσωπικό του τρόπο, μοναδικό προφανώς, τον λαϊκισμό και τον συντηρητισμό, που εκφράζουν όλοι οι ακροδεξιοί πολιτικοί της Ευρώπης και επιβραβεύονται από τους ψηφοφόρους. Τι πιο χαρακτηριστικό από το ότι η Κάμαλα Χάρις τον αποκάλεσε φασίστα και έχασε τις εκλογές και ο Τραμπ την αποκάλεσε κομμουνίστρια και κέρδισε. Το «κομμουνίστρια» είναι πλέον πιο αποτρόπαιο από το «φασίστας». Μπορεί να είναι μόνο στην Αμερική. Αλλά, είναι; Στην Ευρώπη επίσης ψηφίζονται όσοι θεωρούνται φασίστες. Δεν επηρεάζει πλέον αυτό τους ψηφοφόρους. Αυτό που τους επηρεάζει είναι ο λαϊκισμός που τους πείθει, στην απελπισία τους, ότι μπορεί η ζωή τους να γίνει καλύτερη, οικονομικά κυρίως, με αυτούς τους ακραίους πολιτικούς.
Τέσσερις στους δέκα Αμερικανούς ψηφοφόρους θεωρούσαν την οικονομία και την απασχόληση το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Δύο στους δέκα δήλωναν ότι το κορυφαίο ζήτημα είναι η μετανάστευση. Σε αυτά τα δύο στοιχεία πόνταρε ο Τραμπ. Και ούτε οι ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε, ούτε η εμπρηστική ρητορική του απέτρεψαν δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς να τον ψηφίσουν. Πάνω από όλα ήταν η πίστη τους (αυταπάτες;) ότι αυτός ο επιτυχημένος επιχειρηματίας θα βελτιώσει την προσωπική ζωή τους. Και οικονομικά, και σε άλλα ζητήματα. Όπως το κορυφαίο μεταναστευτικό, που θεωρούν μια απειλή, που επηρεάζει τις ζωές τους.
Τα ίδια δεν ισχύουν και στην Ευρώπη; Ακριβώς τα ίδια. Γι΄ αυτό είπα εξ αρχής πως τον Τραμπισμό θα τον δούμε να γίνεται κυρίαρχο φαινόμενο και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ιταλία, Φινλανδία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Κροατία, Τσεχία έχουν ήδη ακροδεξιά εθνικιστικά κόμματα στις κυβερνήσεις τους. Στη Σουηδία, η κυβέρνηση εξαρτάται από τη στήριξη των εθνικιστών, που είναι δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα. Στην Ολλανδία, ο αντι-Ισλαμιστής, Γκέερτ Βίλντερς, βρίσκεται στο κατώφλι της εξουσίας. Στη Γαλλία, το κόμμα της Μαρίν Λεπέν επίσης. Στη Γερμανία, το ακροδεξιό κόμμα πλησιάζει τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών. Στην Αυστρία, στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας, με αρχηγό τον «συνωμοσιολόγο» Χέρμπερτ Κικλ, προτάσσοντας την «επιστροφή των απρόσκλητων ξένων», το πιο «ομοιογενές» έθνος, τον αυστηρό έλεγχο των συνόρων…
Όπως ο Τραμπ έκανε τους Αμερικάνους να πιστέψουν στο λαϊκίστικο σύνθημα «πρώτα η Αμερική», παρομοίως και οι Ευρωπαίοι στηρίζονται στην εθνικιστική περιχαράκωση. Ακόμα και η Αυστρία, που φημίζεται για την ποιότητα της ζωής των πολιτών, προτάσσει πια το «ομοιογενές» έθνος. Είναι αυτό στο οποίο απέτυχε η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ηγετικός, ρυθμιστικός συνεταιρισμός 27 χωρών. Παρότι είναι σήμερα η μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική οντότητα στον κόσμο, απέτυχε να πείσει τους λαούς της ότι μπορούν να στηριχθούν σε αυτήν για την καλυτέρευση της ζωής τους, αλλά και για την ουσιαστική αλληλεγγύη, την πρακτική αλληλοστήριξη μεταξύ των εταίρων. Και οι λαοί στρέφονται στους ακραίους λαϊκιστές.
Είναι τεράστια η ευθύνη των ηγετών της ΕΕ για την εξέλιξη, αλλά και για όσα θα ακολουθήσουν μετά την εκλογή του Τραμπ. Διότι, ο απρόβλεπτος νέος «πλανητάρχης» θα επηρεάσει πολλές από τις εξελίξεις που αφορούν και την Ευρώπη. Και η ΕΕ πρέπει να είναι έτοιμη.