Για πρώτη φορά εδώ και 35 χρόνια η εμβληματική εφημερίδα Washington Post δεν στηρίζει κανένα υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές της ερχόμενης Τρίτης.
Και ενώ το προσχέδιο δήλωσης υποστήριξης για την Κάμαλα Χάρις ήταν έτοιμο, λίγο πριν δημοσιευτεί ο δισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης της εφημερίδας Τζεφ Μπέζος το απέσυρε. Δικαιολογώντας γιατί, είπε ότι ήταν μια απόφαση αρχών και απόρροια των ανησυχιών ότι οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα παραδοσιακά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. «Οι περισσότεροι πολίτες θεωρούν τα μέσα ενημέρωσης προκατειλημμένα. Όποιος δεν το βλέπει δίνει ελάχιστη προσοχή στην πραγματικότητα, και όσοι πολεμούν την πραγματικότητα χάνουν», τόνισε.
Όπως ήταν αναμενόμενο υπήρξαν έντονες αντιδράσεις. Η απόφαση αυτή οδήγησε στην παραίτηση της αρχισυντάκτριας των άρθρων γνώμης και δύο ακόμα στελεχών. Ακόμη περισσότεροι από αρθρογράφοι συνυπέγραψαν κείμενο που κατακεραυνώνει την απόφαση της ηγεσίας της εφημερίδας και του ιδιοκτήτη της.
Στο ίδιο πνεύμα και οι παλιοί δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ και ο Καρλ Μπέρνστιν, που πριν από μισό αιώνα αποκάλυψαν από τις σελίδες της εφημερίδας το σκάνδαλο Watergate. Οι δυο τους έγραψαν ότι η απόφαση «αγνοεί τα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προκύψει από το ρεπορτάζ της ίδιας της Washington Post σχετικά με την απειλή που αποτελεί για τη δημοκρατία ο Ντόναλντ Τραμπ».
Εξίσου εξοργισμένοι και οι αναγνώστες. Πάνω από 250.000 αναγνώστες της ψηφιακής ή της χάρτινης έκδοσης ακύρωσαν την συνδρομή τους. Με λίγα λόγια μέσα σε λίγες ώρες έχασε γύρω στο 10% των συνδρομητών της.
Είναι απλό γιατί ο Τζεφ Μπέζος θέλησε να δείξει ότι κρατά «ουδέτερη» στάση. Στόχος του ήταν να μην εξοργίσει τον Ντόναλντ Τραμπ. Προφανώς και φοβήθηκε ότι σε περίπτωση εκλογής του θα βρει απέναντί του ένα πρόεδρο χολωμένο, έτοιμο να εκδικηθεί όσους δεν τον στήριξαν. Και ο πρώην πρόεδρος έδειξε πως δεν χαρίζεται στους «εχθρούς» του ή σε όσους θεωρεί πως δεν είναι με το μέρος του.
Ο Τζεφ Μπέζος είπε ότι δεν έλαβε ανταλλάγματα για αυτή του την απόφαση. Αυτό ισχύει στο βαθμό που τα ανταλλάγματα δεν ήταν άμεσα. Γιατί προφανώς, εμμέσως δεν είναι και λίγο να μην έχει απέναντί του τον Ντόναλντ Τραμπ.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η αρθρογράφος Rebecca Solnit της εφημερίδας Guardian εξηγούσε το αυτονόητο. «Εμείς στην Guardian, δεν έχουμε ένα δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη. Δεν επηρεαζόμαστε από τα συμφέροντά του και μπορούμε να είμαστε ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι και δεν χρειάζεται να καλοπιάνουμε τον Ντόναλντ Τραμπ», έγραψε.
Μια απόλυτα και ξεκάθαρη στάση που φανερώνει πικρές αλήθειες. Πόσοι στα αλήθεια δημοσιογραφικοί οργανισμοί σήμερα μπορούν να πουν το ίδιο;