Είναι θλιβερό! Ούτε και οι ενέργειες φιλανθρωπικού χαρακτήρα δεν μένουν αμόλυντες σε αυτό τον τόπο. Εξαιτίας των πολιτικών. Και της αμαρτωλής καιροσκοπικής συμπεριφοράς την οποία ενίοτε επιδεικνύουν. Το θέμα του Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης (ΑΦΚΣ) για άπορους φοιτητές, του οποίου προεδρεύει η σύζυγος του Προέδρου της Δημοκρατίας, συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων. Και αυτό, επειδή ο Νίκος Χριστοδουλίδης με αναφορά του στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητά την ακύρωση του νόμου που ψήφισε η Βουλή και προνοεί τη δημοσιοποίηση κάθε τέλος του έτους όλων των φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία καταβάλλουν εισφορές πέραν των 5.000 ευρώ.
Δύσκολα θα βρεθεί άλλη χώρα, που ξόδεψε τόσο χρόνο για ένα τέτοιο θέμα, καθαρά για λόγους καχυποψίας ως προς το ενδεχόμενο εκμετάλλευσης ενός τέτοιου ταμείου για μικροπολιτικούς λόγους εκ μέρους των διαχειριστών του. Εδώ, όμως, είναι Κύπρος…
Πρέπει να σημειωθεί πως υπάρχουν δύο οπτικές γωνίες υπό τις οποίες δύναται κάποιος να αντικρίσει το θέμα. Η μια είναι εκείνη την οποία πρόβαλε στη Βουλή η κ. Καρσερά. Ότι πολλοί χορηγοί επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους και αν θα υπάρχει δημοσιοποίηση της ταυτότητάς τους, δεν θα δίδουν εισφορές άνω των 5.000 ευρώ.
Παρά το ότι η στήλη δυσκολεύεται να συμφωνήσει με αυτό το σκεπτικό, εντούτοις, είναι αλήθεια ότι υπάρχουν κάποιοι, που δεν επιθυμούν να γνωστοποιείται η όποια φιλανθρωπική εισφορά τους. Και δεν αναφερόμαστε σε εκείνους οι οποίοι μπορεί να το επιδιώκουν για ύποπτους λόγους αλλά για πραγματικά μεγαλόψυχους ανθρώπους, που ουδόλως, συνδυάζουν την προσφορά τους με την όποια δημοσιότητα.
Η άλλη οπτική γωνία, όμως, είναι εκείνη που βλέπει με καχυποψία τη διαχείριση ενός τέτοιου ταμείου από τη σύζυγο του Προέδρου. Και δυστυχώς, η όλη συμπεριφορά του Προεδρικού μέχρι σήμερα δεν έχει πείσει ότι μια τέτοια καχυποψία είναι ανεδαφική. Πρώτον, διότι από την αρχή της ανάληψης της εξουσίας, ο νέος Πρόεδρος επέδειξε μανία να γεμίσει το Προεδρικό με συγγενείς και κουμπάρους. Δεύτερον, διότι δημοσίως διακήρυξε ότι υπάρχει μακρά λίστα όσων τον στήριξαν και πρέπει να τους το ξεπληρώσει. Τρίτον, διότι στους 20 μήνες διακυβέρνησης Χριστοδουλίδη, διαχέεται συνεχώς η αίσθηση ότι κυβερνά στοχεύοντας τη δεύτερη θητεία.
Αυτό επιτρέπει στα κόμματα να είναι καχύποπτα και να θεωρούν ότι η κ. Καρσερά μπορεί να εκμεταλλευτεί τον Φορέα στη βάση της προαναφερθείσας προοπτικής. Βεβαίως, εύλογη είναι η απορία γιατί οι βουλευτές του ΔΗΣΥ οι οποίοι είχαν καταθέσει την εν λόγω πρόταση νόμου, δεν ένοιωθαν την ανάγκη να το πράξουν επί διακυβερνήσεως Αναστασιάδη, αφού ο Φορέας ιδρύθηκε το 2014. Όταν, μάλιστα, υπήρχε πλειάδα λόγων, που καθιστούσαν επιβεβλημένο ένα τέτοιο νόμο. Η απάντηση φυσικά είναι αντιληπτή σε όλους.
Τόσο η κ. Καρσερά, όσο και το Προεδρικό πρόβαλαν λόγους για να πείσουν ότι υπάρχει επαρκής έλεγχος. Ανέφεραν συγκεκριμένα ότι οι εισφορές γίνονται με εμβάσματα στην Κεντρική Τράπεζα η οποία ελέγχει την προέλευσή τους, ταμίας του Φορέα είναι ο Γενικός Λογιστής του κράτους, τις οικονομικές καταστάσεις του Φορέα ελέγχει ο Γενικός Ελεγκτής, ενώ κάθε έξι μήνες κατατίθενται στη Βουλή όλες οι παροχές.
Πρόκειται για ένα πλαίσιο το οποίο φαντάζει καλο ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος έλεγχος, για να διασφαλίζεται από τη μια ότι δεν θα μοιράζονται ρουσφετολογικά οι εισφορές και από την άλλη, ότι δεν υπάρχουν δωρητές με ύποπτα κίνητρα. Προφανώς, όμως, το αμαρτωλό παρελθόν της προηγούμενης διακυβέρνησης έχει εκτοξεύσει την καχυποψία.
Είναι χαρακτηριστικό το ότι επί Νίκου Αναστασιάδη, μέγας χορηγός (500.000 ευρώ) του Φορέα ήταν ο Σαουδάραβας φίλος του τέως Προέδρου, ο οποίος βρέθηκε στην πορεία με δεκάδες χρυσά διαβατήρια. Με αυτό δεδομένο, γίνεται σαφές ότι η γνωστοποίηση όσων θα λαμβάνουν στήριξη δεν αρκεί. Και ότι μεγαλύτερη σημασία έχει ποιοι θα καταθέτουν εισφορές ώστε να ελέγχεται αν κάποια στιγμή υπάρξει εξαργύρωση αυτών.
Είτε είναι ακραίος ο τρόπος της καχύποπτης προσέγγισης του θέματος από κάποια κόμματα, που αγγίζουν και τα όρια του λαϊκισμού, είτε δεν είναι πλήρως αθώα τα κίνητρα του Προεδρικού, η ουσία μία είναι: Ακόμη και η φιλανθρωπία σε αυτό τον τόπο, σκεπάζεται από το πέπλο της καχυποψίας, λόγω του αμαρτωλού πρότερου βίου των πολιτικών.
Αν, όμως, το κίνητρο όλων όσων βρίσκονται επί έξι μήνες σε αντιπαράθεση είναι μόνο το συμφέρον των άπορων φοιτητών (που μόνο λίγοι δεν είναι) τότε ας βάλουν τα σπαθιά στα θηκάρια και ας βρουν κοινή συνισταμένη. Ας εξαιρεθεί οικειοθελώς η σύζυγος του Προέδρου από τον Φορέα. Ας λειτουργήσει υπό μιαν επιτροπή στην οποία θα συμμετέχουν προσωπικότητες που επιθυμούν να προσφέρουν στο σπουδαίο σκοπό. Ας επιλέγει αυτές τις προσωπικότητες ο Πρόεδρος και ας εγκρίνονται από τη Βουλή.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, το έργο θα είναι θεάρεστο και με μηδενική καχυποψία.