Η άτυπη συνάντηση μεταξύ του Προέδρου Χριστοδουλίδη και του Ερσίν Τατάρ σε οκτώ ημέρες  παραμένει στα πολύ χαμηλά της επικαιρότητας. Κι όμως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Αλλά φαίνεται πως πήγαμε από το ένα άκρο στο άλλο, από τη μια υπερβολή στην άλλη.

Για δεκαετίες το Κυπριακό ήταν στην κορυφή της επικαιρότητας και των συζητήσεων σε πολιτικό επίπεδο. Κάποια κόμματα τοποθετούνταν μόνο για το Κυπριακό, σε βαθμό που οδηγούσαν άλλα κόμματα να τα κατηγορούν πως «εάν λυθεί το πρόβλημα δεν θα έχουν λόγω ύπαρξης» αλλά και ότι κάποιοι πολιτικοί έκαναν καριέρα ελέω Κυπριακού! Αυτή η κατηγορία στρεφόταν πρωτίστως προς την κατεύθυνση των κομμάτων του λεγόμενου «ενδιάμεσου χώρου» και εκφραζόταν από τους δύο πόλους δηλαδή τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ.

Μέσα από την όλη συζήτηση, οι οποία πολλές φορές ήταν ακραία ως προς τους χαρακτηρισμούς, προέκυψαν οι «απορριπτικοί», οι «ενδοτικοί», οι «λυσοφοβικοί», οι «νενέκοι», και πολλά άλλα που ακούστηκαν κατά διαστήματα. Ακολούθησε και μια έντονη συζήτηση λίγο μετά το 2017, για το πόσο ευθύνεται η ελληνοκυπριακή πλευρά για το ναυάγιο του Κραν Μοντάνα. Και μετά… αρχίζει σιγά-σιγά να μπαίνει στο παρασκήνιο.

Έτσι από τη μια ακραία προσέγγιση, όπου όλα περιστρέφονταν γύρω από τον άξονα του Κυπριακού, φτάσαμε στο άλλο άκρο της απόλυτης αδιαφορίας. Χωρίς ωστόσο τα πραγματικά δεδομένα, επί του εδάφους, να έχουν διαφοροποιηθεί όλο αυτό το διάστημα. Η ίδια κατάσταση πραγμάτων επικρατούσε και πριν δέκα και είκοσι χρόνια, η ίδια κατάσταση και σήμερα. Το μόνο που αλλάζει είναι τα άτομα που ασχολούνται με το Κυπριακό, οι ηγεσίες εκατέρωθεν.

Υπάρχει η άποψη ότι η εν πολλοίς αδιαφορία για το Κυπριακό έχει να κάνει και με το ότι δεν αναμένεται να υπάρξει κάποια θετική εξέλιξη κατά την τριμερή συνάντηση της Νέας Υόρκης. Λες και όλες οι προηγούμενες συναντήσεις επίσημες ή άτυπες έδιναν πάντα κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που οι συναντήσεις των δύο ηγετών της Κύπρου με το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών έβγαζαν θετικό αποτέλεσμα. Άρα η προσέγγιση πως η αδιαφορία πηγάζει από ότι δεν αναμένεται θετικό αποτέλεσμα στη Νέα Υόρκη δεν μπορεί να σταθεί στη λογική.

Η αδιαφορία και η απουσία συζήτησης για το Κυπριακό βολεύουν: πρώτον, αυτούς που δεν το θέλουν στην ατζέντα τους για προσωπικούς και οικονομικούς λόγους, και δεύτερον, την τουρκοκυπριακή ηγεσία η οποία επενδύει στον παράγοντα χρόνο για να εμπεδωθεί ακόμα περισσότερο η θέση πως ό,τι είχε να συζητηθεί για το Κυπριακό συζητήθηκε, δεν μπορεί να βρεθεί λύση και πρέπει να αλλάξει η βάση συζήτησης.

Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις στον κανόνα απαξίωσης του Κυπριακό. Όπως για παράδειγμα το άκρως ενδιαφέρον συνέδριο που διοργάνωσε το ΑΚΕΛ το περασμένο Σάββατο (η επίσημη έναρξη ήταν την Παρασκευή. Τίτλος του συνεδρίου «Κυπριακό: Ώρα μηδέν», θα μπορούσε να ήταν και «Το Κυπριακό στο μηδέν».

Στις πέντε ώρες που κράτησε το συνέδριο άνοιξε μια βεντάλια διαφορετικών προσεγγίσεων και απόψεων που έδωσαν την ευκαιρία στους παρευρισκόμενους να ακούσουν και κάτι πέραν από τα όσα ήδη έχουν ακούσει ουκ ολίγες φορές. Άκουσαν προσεγγίσεις με τις οποίες μπορεί να συμφωνούν αλλά και αυτές που δεν τους βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους ή είναι αντίθετοι. Ακούστηκαν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Και το ενδιαφέρον και η σημασία του εν λόγω συνεδρίου έγκειται ακριβώς στο ότι δεν ήταν μονόπλευρο ως προς τις απόψεις που κατατέθηκαν.

Μέσα σ’ όλη αυτή τη γενική απαξίωση γύρω από το Κυπριακό, το ΑΚΕΛ μπορεί να το επαναφέρει σε τροχιά συζήτησης. Και συζήτηση δεν σημαίνει να ακούγεται μόνο η κομματική θέση, την οποία ούτως ή άλλως σε κάθε κόμμα τα μέλη και στελέχη την ξέρουν πολύ καλά. Γι’ αυτό και χρειάζεται και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις να δείξουν μια ανάλογη σοβαρότητα και να ασχοληθούν πιο ουσιαστικά με τη συζήτηση του Κυπριακού.

Χρειάζεται όλοι μας να το συζητήσουμε και πάλι. Αλλά να γίνει μια συζήτηση ουσίας, όπως αυτή που παρακολουθήσαμε το περασμένο Σάββατο. Ξέρω είναι δύσκολο για τη σημερινή πολιτική ηγεσία να ασχοληθεί πιο ουσιαστικά με το Κυπριακό, γιατί δεν είναι θέμα που προσφέρεται για ανάρτηση στο «ίνσαγκραμ» ή στο «τικ-τοκ».