Με τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη είχα ασχοληθεί εν εκτάσει σε δύο κείμενά μου. Το πρώτο ήταν το 2016, δύο χρόνια μετά τον διορισμό του, υπό τον τίτλο «Άλλο Ελεγκτής και άλλο κλακαδόρος», το δεύτερο το 2018, υπό τον τίτλο «Ζορό δεν είχαμε και Ζορό αποκτήσαμε;».

Κατά διαστήματα, μερικά μόνο σποραδικά σχόλια – ξεχωρίζω ένα την Άνοιξη του 2017, με αφορμή την παρουσία του σε εκδήλωση το θέμα της οποία ήταν «Μπορεί ένας άνθρωπος να αλλάξει τη νοοτροπία ενός λαού;», που είχε πραγματοποιηθεί στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. «Εάν ξεκαβαλήσει λίγο, ναι, έχει πιθανότητες, απαντούμε εμείς», σχολίαζα τότε. Υποθέτω ότι είναι ενδεικτικά της γενικότερης στάσης που τήρησα απέναντι στο φαινόμενο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, ιδίως του τρόπου που είχε επιλέξει να κάνει τη δουλειά του, δεδομένης και της επιφυλακτικότητάς που έχω απέναντι σε δονκιχωτισμούς και μεσσίες. Βεβαίως, είχα πλήρη επίγνωση της πρότερης κατάστασης. Σημείωνα χαρακτηριστικά: «Θυμάμαι την εποχή που Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας ήταν η Χρυστάλλα Γιωρκάτζη. Οι ογκωδέστατες εκθέσεις της κατέγραφαν σωρεία περιπτώσεων κακοδιαχείρισης και διαφθοράς, αλλά η πολιτεία σπάνια φρόντιζε οι εκθέσεις του να έχουν ένα κάποιο αποτέλεσμα. Οι έρευνες γίνονταν, οι εκθέσεις γράφονταν, ο πρόεδρος  παραλάμβανε τον τόμο μπροστά από το μεγαλοπρεπές τζάκι και υπό το βλέμμα του Ενός και Μόνου Εθνάρχη, οι φωτογράφοι απαθανάτιζαν τη σπουδαιότητα της στιγμής, οι ρεπόρτερ την κατέγραφαν και η Ελέγκτρια επέστρεφε στο γραφείο της χαρούμενη και ικανοποιημένη που έπραξε το καθήκον της. Το βράδυ, τα δελτία των οκτώμισι συγκλονίζονταν από τα  φαινόμενα σήψης και διαφθοράς που καταγράφονταν στην έκθεση, εμείς μειδιούσαμε στον καναπέ, απογοητευμένοι για την κατάντια μας και πέφταμε για ύπνο ώστε το πρωί φρέσκοι και ανανεωμένοι να συνεχίσουμε τον αγώνα της καθημερινότητας. Μέχρι την επόμενη έκθεση, τον επόμενο χρόνο, το επόμενο σπουδαίο ενσταντανέ μπροστά από το μεγαλοπρεπές τζάκι, υπό το βλέμμα του Ενός και Μόνου…».

Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης το άλλαξε αυτό. Όπως και τότε σημείωνα, χρησιμοποιώντας τα ΜΜΕ, φέρνοντας στοιχεία στο φως και πιέζοντας διά της δημοσιοποίησης, κατάφερε να φέρει αποτέλεσμα, εμποδίζοντας το κουκούλωμα και αναγκάζοντας τους αρμόδιους να εγκύψουν, πολλές φορές απρόθυμα, επί των συγκεκριμένων ζητημάτων. Και ήταν πολλές αυτές οι περιπτώσεις. Εξού και δεν άργησε να αναδειχθεί σε ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα σ’ αυτόν τον τόπο, που ο κόσμος εμπιστευόταν και στήριζε. Και είναι γεγονός ότι πολλοί ήταν αυτοί που, δικαίως, έχασαν τον ύπνο τους. Μα η αλήθεια, επίσης, είναι ότι και πολλοί άδικα τον είχαν χάσει. Έγραφα το 2018: «Ελπίζω να συμφωνούμε στα αυτονόητα: δεν είναι ιερή αγελάδα ο Ελεγκτής, ούτε αποτελούν θέσφατο όσα λέει και πράττει, παρόλο που εκεί έξω υπάρχει μια αγελαία αντίληψη που  τα εισπράττει ως φωνή προερχόμενη από καιόμενη βάτο. Είναι κι αυτό σημάδι των καιρών και ένδειξη της φτώχιας που χαρακτηρίζει την κριτική μας σκέψη». Και σημείωνα (προφητικά;): «…Αισθάνομαι ότι αυτό που έγραψα πιο πάνω –  “…από τα λίγα, πρόσωπα που ο κόσμος φαίνεται να εμπιστεύεται και να στηρίζει…” – τείνει να γίνει και η αχίλλειος πτέρνα του. Δίνει την εντύπωση ότι λειτουργεί με το βλέμμα στραμμένο στην κερκίδα, κι αφού η κερκίδα θέλει αίμα, είναι διατεθειμένος να της το προσφέρει. Χειριζόμενος τους πάντες με έναν εντελώς αντίστροφο τρόπο απ’ ό,τι η βασική αρχή ενός κράτους δικαίου επιβάλλει, ωσάν να είναι όλοι ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, άγαρμπα και εμπαθέστατα εκτοξεύει κατηγορίες άσχετες με το αντικείμενο που εξετάζει, προκειμένου να χειροκροτηθεί από το φιλοθεάμον κοινό και να απολαύσει περισσότερα λάικ, θαρρείς και είναι καμιά κατακαημένη attention seeker των socialmedia…». Και αφού αναφερόμουνα σε πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα, συνέχιζα:  «…Εκτίθεται… μα και μένει εκτεθειμένος, αν με καταλαβαίνετε. Και δε φαίνεται να το αντιλαμβάνεται, παρασυρμένος, φοβάμαι, από ναρκισσισμό παρά από επαγγελματικό ζήλο…».

Λυπάμαι που το λέω, σε τέτοιες περιπτώσεις το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο και αναμενόμενο. Το έχουμε δει να συμβαίνει ουκ ολίγες φορές, όταν κανείς συμπεριφέρεται αχαλίνωτα, ασυγκράτητα, νομίζοντας ότι είναι άτρωτος. Ίσως αν διάβαζε T.S. Eliot να ήξερε, να μάθαινε, να ήταν πιο προσεχτικός. Καθότι, όπως ο Φληβάς ο Φοίνικας, «…λησμόνησε την κραυγή τών γλάρων,και το φούσκωμα του βαθιού πελάγου. Καί το κέρδος και τη ζημιά». Με αποτέλεσμα, «κάτω απ ‘τη θάλασσα ένα ρέμα έγλειψε τα κόκαλά του». Όσο για μας,δυστυχώς η ζημιά είναι μεγαλύτερη. Διότι αν με ρωτούσατε, απ’ όσα κουμάσια κάνουν κουμάντο σ’ αυτό τον τόπο να σας απαριθμήσω τους 50 ανίκανους και ακατάλληλους», πιθανότατα να μην ήταν μέσα ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης.