Κάποτε η πίεση ήταν αφόρητη για την εγκατάσταση συστημάτων φωτοεπισήμανσης, γνωστές ως “κάμερες”, οι οποίες θα έλυναν ως διά μαγείας το μεγάλο πρόβλημα της οδικής ασφάλειας ή τουλάχιστον θα συνέδραμαν στη δραστική μείωση θανατηφόρων και άλλων σοβαρών δυστυχημάτων.

Δεν υπάρχει σίγουρα σοβαρά σκεπτόμενος άνθρωπος, ο οποίος να διαφωνεί ότι η ορθολογιστική εγκατάσταση και λειτουργία των “καμερών” στους δρόμους, δεν θα μπορούσε να συνδράμει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος της θυσίας ανθρώπινων ζωών στο Μολώχ της ασφάλτου. Σ’ ένα πρόβλημα ζωής και θανάτου, το οποίο προσλαμβάνει διαστάσεις εφιάλτη. Ούτε και κάποιος μπορεί καλόπιστα να διαφωνεί ότι θα πρέπει ν’ αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους όσοι παρανομούν. Ιδιαίτερα όταν σχεδόν καθημερινά θρηνούμε την απώλεια συνανθρώπων μας και μάλιστα πολλές φορές κατά τρόπο που να μην συνδέεται με τον παράγοντα τύχη, αλλά με την ανθρώπινη αμέλεια. Ως εδώ ξεκάθαρα τα πράγματα.

Από το σημείο, όμως, αυτό ως μια άλλη πραγματικότητα που βοά, να αισθάνεται τόσος πολύς κόσμος ότι μάλλον λειτουργεί ένα “αλαλούμ” σε σχέση με τις κάμερες στους δρόμους, από την τοποθέτηση τους σε συγκεκριμένα σημεία (π.χ. εκεί που αλλάζει όριο ταχύτητας) ως τον καθ’ εαυτό τρόπο λειτουργίας τους (π.χ. χρόνος στον οποίο ανάβει το βέλος δεξιά σε διασταυρώσεις), βγαίνει κάπως διαφορετικά το αφήγημα. Ακόμα και τα εξώδικα στον όγκο και στο χρόνο που αποστέλλονται, δίνουν λαβή γι’ αντίληψη ότι η εισπρακτική πρακτική του κράτους βρίσκεται υπεράνω της ευαισθησίας για την πραγματική μείωση των τροχαίων. Άλλωστε, μιλούν και οι ίδιοι οι αριθμοί, σύμφωνα με τους οποίους το πρώτο εξάμηνο του 2023 είχαμε 19 θανατηφόρα σε σύγκριση με 26 φέτος. Εκτός από τα θανατηφόρα, τα στοιχεία συγκλινουν και σε αύξηση των μικροατυχημάτων, μετά την τοποθέτηση του συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ακόμα ότι από την αρχή του χρόνου μέχρι το τέλος του περασμένου μήνα, εκδόθηκαν γύρω στις 158 χιλιάδες εξώδικα (102 χιλ. για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, 35 χιλ. γα παραβίαση του “κόκκινου” κ.α.). ‘Οσο για το να φωτογραφίζει η κάμερα παράβαση το 2022 και το εξώδικο να φθάνει στον προορισμό του το 2024, αποτελεί μια άλλη πονεμένη ιστορία, όσο κι αν εκλαμβάνεται μεμονωμένο γεγονός. Με την εξέλιξη της λειτουργίας του συστήματος θα πρέπει επειγόντως να τύχει επαναξιολόγησης το καθεστώς του ορίου ταχύτητας σ’ όλο σχεδόν το οδικό δίκτυο. Γιατί και εδώ διαπιστώνονται αρκετές αντιφάσεις. Υπάρχουν δρόμοι, ακόμα και σε γειτονιές αλλά και λεωφόρους ανεπιτήρητες, που καθημερινά αναπτύσσεται ένα ράλλι-θανάτου τροχοφόρων, σε βαθμό που το εύλογο ερώτημα είναι πού είναι οι κάμερες;

Πιστεύουμε ότι και η Αστυνομία – το απέδειξε επανειλημμένα – έχει ανεπτυγμένες ευαισθησίες, αλλά και όλη τη διάθεση για βελτίωση του όλου συστήματος, το οποίο εμφανίζεται με πολλά διάτρητα σημεία. Πέραν της αναγκαιότητας της σωστής λειτουργίας του, θα πρέπει και ο πολίτης να αισθάνεται ότι όχι μόνο δεν “παγιδεύεται” και να υποψιάζεται άλλες σκοπιμότητες που έχουν να κάνουν με την εισπρακτική πολιτική του κράτους, αλλά να είναι σίγουργος ότι το ενδιαφέρον εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στην οδική ασφάλεια.