Τι ωραία που τα λένε οι πολιτικοί αρχηγοί μας όταν βγαίνουν από συνεδριάσεις του Εθνικού Συμβουλίου! Σου δίνουν την εντύπωση ότι έμαθαν απ΄ έξω κι ανακατωτά μερικές εκφράσεις και τις έχουν έτοιμες κάθε φορά που εμφανίζεται μπροστά τους μικρόφωνο.
Δύσκολος ρόλος κι αυτός. Πώς και δεν κουράζονται; Δεν αλλάζουν τίποτε, όμως. Τα τελευταία χρόνια αυτό που έγινε κάτι σαν το Κωνσταντίνου και Ελένης του Αντέννα, είναι το ότι πρέπει να πείσουμε το διεθνή παράγοντα. «Είναι επάναγκες να πείσουμε και τον Γενικό Γραμματέα των ΗΕ και τον διεθνή παράγοντα στο σύνολό του ότι θα κάνουμε ό,τι περνά από το δικό μας χέρι για να επανεκκινήσουν οι διαπραγματεύσεις», έλεγε την Παρασκευή η Αννίτα Δημητρίου. «Χρειάζεται ως Κυπριακή Δημοκρατία να αναλαμβάνουμε ουσιαστικές πρωτοβουλίες, οι οποίες από τη μια θα πείθουν για την πολιτική μας βούληση, ότι είμαστε επικεντρωμένοι στον στόχο της λύσης…», έλεγε ο Στέφανος Στεφάνου.
Τα τελευταία χρόνια δεν άλλαξε τίποτε στο περιβάλλον του Κυπριακού, επομένως παραμένουν και οι ατάκες ίδιες. Να πείσουμε ότι είμαστε επικεντρωμένοι στη λύση και θα κάνουμε ό,τι περνά από το δικό μας χέρι. Αυτό είναι το πρόβλημα, που έχουμε μπροστά μας. Δεν έχει σημασία που εδώ και εφτά χρόνια, ΕΦΤΑ, από τον Ιούλη του 2017, δεν υπάρχει κανένα σημείο προσέγγισης με την άλλη πλευρά του τραπεζιού, όχι επειδή εμείς δεν πείθουμε τον διεθνή παράγοντα και είναι επάναγκες να τον πείσουμε, αλλά επειδή αυτοί με τους οποίους θέλουμε και πρέπει να συνομιλήσουμε, άρχισαν να πείθουν τον διεθνή παράγοντα ότι το επάναγκες είναι να προσαρμοστούν οι αποφάσεις του και το διεθνές δίκαιο στην ανωμαλία τους. Στην πλήρη ανατροπή της «συμφωνημένης βάσης συνομιλιών» και στην προσέγγιση της παρανομίας της κατοχής από την οπτική της νομιμοποίησής της.
Εμείς, λοιπόν, πρέπει να πείσουμε «τον διεθνή παράγοντα στο σύνολό του» ότι θα κάνουμε τα πάντα, θα αναλάβουμε και «ουσιαστικές πρωτοβουλίες», για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Είναι άσχετο και άγονο το ότι προσθέτουν οι αρχηγοί μας το επαναλαμβανόμενο «από το σημείο που διακόπηκαν».
Είναι άσχετο και άγονο, διότι αν υπήρχε τέτοια δυνατότητα αυτή τη στιγμή δεν θα υπήρχε ακόμα και η άρνηση της τουρκικής πλευράς για μια τριμερή συνάντηση την οποία καλεί κοτζάμ Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ και απορρίπτει ένας αμελητέος Τατάρ ή ακόμα και για μια κοινωνική συνάντηση Χριστοδουλίδη, Τατάρ και Ολγκίν.
Το πρόβλημά μας, λοιπόν, είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια, οι πολιτικοί αρχηγοί βλέπουν τι συμβαίνει, είναι σίγουρο πως αντιλαμβάνονται -αλλοίμονο να μην αντιλαμβάνονται- ότι βρισκόμαστε ένα βήμα από το να μας καλέσει ο διεθνής παράγοντας να κάτσουμε στο τραπέζι των συνομιλιών, αποδεχόμενοι ως ζήτημα προς συζήτηση και την «κυριαρχική ισότητα» και τα «δύο κράτη» (με άλλα λόγια θα το πουν, δεν θα το πουν τόσο απροκάλυπτα), αλλά δεν έχουν το κουράγιο (το μυαλό το έχουν σίγουρα) να χαράξουν μια πολιτική για να αντιμετωπίσουν αυτή την εξέλιξη.
Επαναλαμβάνουν την αστειότητα ότι «πρέπει να πείσουμε το διεθνή παράγοντα», εμείς πρέπει να πείσουμε, που δεν έμεινε «ξεπούλημα» που δεν το κάναμε, ότι είμαστε έτοιμοι. Το αποτέλεσμα αυτής της τραγικής προσέγγισης το είδαν από πρώτο χέρι με όσα τους έλεγε η Κολομβιανή απεσταλμένη, η οποία μετά τις πρώτες επαφές της ξεκίνησε να τους μιλά για τις υποχωρήσεις που πρέπει να κάνουμε για να πείσουμε την τουρκική πλευρά. Υποχωρήσεις που σε ένα βαθμό θα ικανοποιούν τα τρία «Α» του Τατάρ: Απευθείας εμπόριο, απευθείας πτήσεις, απευθείας διεθνείς σχέσεις.
Πρέπει να πείσουμε και ότι είμαστε σταθερά προσηλωμένοι στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Εμείς πρέπει να πείσουμε. Ενώ είναι η άλλη πλευρά που έχει εγκαταλείψει το στόχο. «Και δεν μιλάμε για οτιδήποτε άλλο παρά το συμφωνημένο πλαίσιο που είναι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα», πρόσθετε η κ. Δημητρίου την Παρασκευή. «Πρέπει να διατυπώνουμε ξεκάθαρα τις θέσεις μας, αναφορικά με τη βάση λύσης του Κυπριακού, που δεν είναι άλλη από τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα», πρόσθετε ο κ. Στεφάνου. Λες και είναι η δική μας πλευρά που ξέφυγε από τη ΔΔΟ και ζητά συνομιλίες για δύο κράτη. Τέλος πάντων, παρακάτω; Υπάρχει παρακάτω; Μας ενδιαφέρει, για παράδειγμα, όταν πάμε στο τραπέζι να υπάρχει μια βάση διαλόγου ή δεν μας ενδιαφέρει; Διότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Κι αυτό θα έπρεπε να ζητούν οι αρχηγοί από το διεθνή παράγοντα να ξεκαθαρίσει πριν πάμε σε διάλογο. Κουτουρού, όμως, όπως πάντα. Και μετά θα μας λένε ότι πέσαμε σε αδιέξοδο και αυτό δημιουργεί νέους κινδύνους…