Είναι μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ («Η Πανσιόν» είναι ο τίτλος της στα ελληνικά) που μιλά για έναν οίκο ευγηρίας, όπου οι ένοικοι του τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τους επιτήδειους ιδιοκτήτες. Όταν ένας φροντιστής το παίρνει είδηση οργανώνει μία θεαματική απόδραση των ηλικιωμένων, τους οποίους μεταφέρει –μην έχοντας που αλλού να τους πάει– σε ένα ορφανοτροφείο. Τα παιδιά βρίσκουν ξαφνικά υποκατάστατο παππούδων και γιαγιάδων και οι ηλικιωμένοι βρίσκουν εγγόνια που τόσο τους έλειπαν. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Στις ταινίες, όπως και στα παραμύθια, όλα αυτά λειτουργούν και, μάλιστα, πολύ καλά. Ο κάθε ρομαντικός μπορεί, μάλιστα, να πιστέψει πως ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να μεταφερθεί και στην πραγματικότητα φέρνοντας τις ηλικίες κοντά και δημιουργώντας μία κοινωνική όσμωση από την οποία μόνο καλά μπορούν να προκύψουν.
Κάπως έτσι θα σκέφτηκαν και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας κι όταν μια ομάδα ασυνόδευτων ανήλικων έβαλε φωτιά σε ξενοδοχείο όπου φιλοξενούνταν, μεταφέρθηκαν σε γηροκομείο. Μόνο που στην πραγματικότητα τα πράγματα ακολουθούν άλλο σενάριο. Άλλες οι ανάγκες των ηλικιωμένων, άλλες των εφήβων. Και δη εφήβων, χωρίς οικογένεια, χωρίς πατρίδα, χωρίς τίποτα σταθερό στη ζωή τους και με βεβαρυμμένο ήδη ιστορικό για κάποιους.
Χθες, η συνάδελφος Νατάσα Χριστοφόρου, μετέφερε τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν τόσο στο γηροκομείο όσο και στη γειτονιά όπου βρίσκεται το ίδρυμα. Κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες προέβησαν οι νεαροί, όπως τουλάχιστον περιγράφηκαν από γείτονες, ένοικους του ιδρύματος και εργαζόμενους εκεί. Ταυτόχρονα όμως, δεν μπορεί να προκαλούν έκπληξη. Όταν κάποιοι βάζουν φωτιά στο ξενοδοχείο, θα αναμορφωθούν, ως εκ θαύματος, όταν αναγκαστούν να συμβιώσουν με άτομα τρίτης ηλικίας, με πολλαπλά προβλήματα;
Προφανώς, κανένας δεν πίστευε κάτι τέτοιο, όσο ρομαντισμό κι αν διαθέτει. Το ζητούμενο ήταν απλά να βρεθεί ένας χώρος να στεγαστούν. Πράγμα που αποκαλύπτει τη φιλοσοφία που διέπει το υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Οι Κρατικές Στέγες ηλικιωμένων δεν είναι, για τις Υπηρεσίες, παρά αποθήκες ψυχών. Ένας χώρος όπου οι ένοικοι θα αναμένουν το τέλος. Κι αφού κάτω από τη Στέγη χωρούσαν κι άλλοι, γιατί να μην τοποθετηθούν κι οι νεαροί; Προσωρινά, όσο και να είναι αυτό το προσωρινό.
Ταυτόχρονα, ποιο είναι το πρόγραμμα για τους ασυνόδευτους ανήλικους; Τυγχάνουν οποιασδήποτε εκπαίδευσης; Βοηθιούνται να αποκτήσουν δεξιότητες ώστε να μπορούν να βγάλουν τα προς το ζην χωρίς να καταφεύγουν σε παράνομες μεθόδους; Ποιο είναι το ζητούμενο για όλους αυτούς που μοιραία πλέον ζουν εδώ και σύντομα θα ενηλικιωθούν;
Τις προηγούμενες μέρες είχαμε το θέμα με τις δομές ανήλικων και την εκμετάλλευση κοριτσιών που διαμένουν σε τέτοιες δομές. Τώρα (και συχνά πυκνά) έχουμε τους ασυνόδευτους ανήλικους. Οι Υπηρεσίες πώς σκέφτονται να λύσουν αυτά τα ζητήματα;