Καθώς πλησιάζουμε, απ’ ό,τι όλα δείχνουν, σε κάποιες νέες εξελίξεις στο Κυπριακό είναι ενδεχομένως μια καλή ευκαιρία να δούμε την πραγματική εικόνα και κατάσταση με περισσότερο ρεαλισμό και λιγότερο σουρεαλισμό. Κάτι που βεβαίως θα έπρεπε να γίνει προ πολλών δεκαετιών απ’ όσους ασχολούνται με τη διαπραγμάτευση του Κυπριακού, την πολιτική ηγεσία και όχι μόνο.

Είναι όμως καλά γνωστό πως όλοι αυτοί, ανεξαρτήτως του τι πρεσβεύουν, επέλεξαν και επιλέγουν να απευθύνονται προς ένα συγκεκριμένο ακροατήριο με πρώτη τους έγνοια να εισπράξουν θετικά σχόλια. Γι’ αυτό και διαχρονικά όσοι ασχολούνται με το Κυπριακό είτε εντός της ελληνοκυπριακής κοινότητας είτε εντός της τουρκοκυπριακής είχαν ως πρώτη τους έγνοια να ικανοποιήσουν το οικείο ακροατήριο. Γι’ αυτό και διαχρονικά καταφεύγουν σε συνθήματα. Ακόμα κι εκείνοι που επιλέγουν να εκφέρουν «αντίθετη από την επικρατούσα» άποψη, δεν ξεφεύγουν από τη συνθηματολογία.

Λίγοι είναι εκείνοι που επιλέγουν να πουν τα πράγματα με αρκετή καθαρότητα, αποφεύγοντας την εύηχη συνθηματολογία. Και συνήθως όσοι μιλούν με ρεαλισμό τυγχάνουν αρνητικών σχολίων από αμφότερες τις πλευρές στο Κυπριακό, και αναφέρομαι στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Και ο λόγος είναι γιατί τα όσα λένε δεν αρέσουν ούτε στη μια ούτε και στην άλλη σχολή σκέψης.

Διαβάζοντας προσφάτως το τελευταίο βιβλίο του Χάρη Γεωργιάδη με τίτλο «Νέος Ρεαλισμός» κράτησα κάποιες σημειώσεις.

Ζητούμενο για την Κυπριακή ηγεσία παραμένει η επανέναρξη των συνομιλιών και το πως θα καμφθεί η τουρκική αδιαλλαξία ώστε να καθίσουν ξανά οι δύο ηγέτες στο ίδιο τραπέζι μαζί με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Γράφει λοιπόν ο Χάρης Γεωργιάδης σε σχέση με την επανέναρξη των συνομιλιών: «Ακόμη και εάν η τουρκική πλευρά επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και δεχτεί να συζητήσει ξανά στη βάση της ομοσπονδίας, οι πιθανότητες κατάληξης σε συμφωνημένη λύση είναι εξαιρετικά μικρές. Κατ’ ακρίβεια, η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις κατά πάσα πιθανότητα θα παρουσιαζόταν από την τουρκική πλευρά ως σημαντική υποχώρηση, την οποία θα χρησιμοποιούσε για να εκμαιεύσει ανταλλάγματα – είτε στις ευρωτουρκικές σχέσεις, είτε σε σχέση με το καθεστώς του ψευδοκράτους – χωρίς να συνοδεύεται από την όποια πρόθεση μετακίνησης στα θέματα ουσίας του Κυπριακού».

Είναι καλά γνωστό ότι για χρόνια επικρατούσαν δύο βασικά συνθήματα εντός της ε/κ κοινότητας. Από τη μια ήταν οι φανατικοί υποστηρικτές της λύσης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπου με εξαίρεση κάποιες μονάδες που είχαν πραγματικά ενδιατρίψει επί του θέματος όλοι οι υπόλοιποι την χρησιμοποιούσαν ως ένα σύνθημα λες και μπορούσε από μόνη της η ΔΔΟ να λύσει το Κυπριακό. Από την άλλη ήταν οι φανατικοί πολέμιοι της ΔΔΟ οι οποίοι υπερθεμάτιζαν μεν στο ότι αυτή η μορφή λύσης δεν μπορεί να λειτουργήσει, αλλά ουδέποτε πρότειναν μια λογική λύση. Απλώς διατυμπάνιζαν μετά επιτάσεως ένα «όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους» και άλλα παρόμοια και πίστευαν ότι έτσι λύνεται το Κυπριακό.

Ο Χάρης Γεωργιάδης σημειώνει στο βιβλίο του: «Η προοπτική μιας λύσης ομοσπονδίας σίγουρα δεν ήταν ιδανική, αλλά ήταν η μόνη ρεαλιστική επιλογή για τον κυπριακό ελληνισμό μετά το 1974, με την προϋπόθεση ότι θα επιδιωκόταν νωρίς, προτού τα δεδομένα επί του εδάφους επιδεινωθούν δραστικά και ενόσω υπήρχε ακόμη κάποια πίεση στην Τουρκία. Σήμερα, μετά την πάροδο μισού αιώνα κατοχής και με δεδομένες τις τουρκικές θέσεις και επιδιώξεις, η κατάληξη σε μια συμφωνημένη λύση ομοσπονδίας πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι παραμένει εφικτή και ρεαλιστική προοπτική. Βέβαια, η αποδοχή όλων όσων η τουρκική πλευρά διεκδικεί πιθανώς να οδηγούσε σε κάποια συμφωνία αλλά αυτή θα ήταν μια κακή συμφωνία και μια κακή λύση, που θα επιδείνωνε αντί να βελτιώσει την υφιστάμενη κατάσταση και με κανένα τρόπο δεν θα διασφάλιζε τον κυπριακό ελληνισμό».

Γι’ αυτό και η πολιτική ηγεσία είναι ίσως η κατάλληλη ώρα, έστω και 50 χρόνια μετά τα γεγονότα του 1974, και να δει τις πραγματικότητες κατάφατσα και να αποφασίσει τι είναι εφικτό, τι δεν μπορεί να υλοποιηθεί και να βάλει πραγματικούς/ρεαλιστικούς στόχους στο Κυπριακό. Ο Σεπτέμβρης, οπόταν και αναμένονται εξελίξεις, είναι πολύ κοντά. Όμως υπάρχει αρκετός χρόνος ώστε να καθίσουν κάτω και να συζητήσουν επί των πραγματικών δεδομένων και όχι γενικώς και αορίστως. Και ο Χάρης Γεωργιάδης, μέσα από το βιβλίο του δίνει αρκετή τροφή προς σκέψη για να δουν με ρεαλισμό τα πράγματα στο Κυπριακό.