Δευτέρα ήταν και τότε, πριν 50 χρόνια, όταν αποφασίστηκε η εκτέλεση ενός προσχεδιασμένου εγκλήματος κατά της Κύπρου και του λαού της, προκειμένου να εφαρμοστεί ένα σχέδιο που είχαν άλλοι προετοιμάσει χρόνια πριν. Ένα σχέδιο το οποίο εκτελέστηκε εκ των έσω με αποτέλεσμα η ευθύνη της αρχής του τέλους να φορτωθεί στους ίδιους τους Ελληνοκύπριους.

Η σημερινή ημέρα θα μπορούσε να ήταν και μια μέρα εθνικής συμφιλίωσης, να ήταν μέρα κατά την οποία θύτες και θύματα του προδοτικού πραξικοπήματος θα μνημόνευαν μαζί τους νεκρούς τους. Οι μεν θα ζητούσαν συγχώρεση και οι δε θα συγχωρούσαν. Είναι όμως αδύνατο και η κοινωνία της Κύπρου δεν δείχνει ακόμα ώριμη να κάνει εκείνο το βήμα που απαιτείται.

Πενήντα χρόνια, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι στις 15 Ιουλίου του 1974 ήταν μια προδοσία εις βάρος της Κύπρου και του λαού της. Ο στόχος (σύμφωνα με τους σχεδιαστές του εγκλήματος) μπορεί να ήταν η τότε ηγεσία, πλην όμως το τίμημα το πλήρωσε και το πληρώνει ακόμα μια σημαντική μερίδα του λαού. Το πλήρωσαν όσοι είδαν δικούς τους ανθρώπους να σκοτώνονται, το πλήρωσαν όσοι λίγες ημέρες μετά αναγκάστηκαν δια της βίας να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να προσφυγοποιηθούν στην ίδια τους την πατρίδα. Το τίμημα το πλήρωσε ένας λαός ο οποίος βιώνει ακόμα και σήμερα τις συνέπειες των γεγονότων του 1974. Οι υπαίτιοι εκείνων των γεγονότων ελάχιστο τίμημα πλήρωσαν.

Κάθε χρόνο, αυτή την ημέρα  μια ομάδα στρατιωτών που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις κατά της νόμιμης κυβέρνησης μετατρέπονται σε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Οι μεν βγάζουν σ’ αυτούς τους στρατιώτες όλο τους τον θυμό και μίσος και για το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, και οι δε προσπαθούν να πείσουν ελάχιστοι είναι η ευθύνη αυτών των παιδιών. Αν κάτσουμε νηφάλια και το δούμε μακριά από τις όποιες σκοπιμότητες, είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε δίκαιο και σε αμφότερες της προσεγγίσεις.

Παρενθετικά θα συμφωνήσω με την προσέγγιση του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ ο οποίος είπε πως και αυτά τα παιδιά θα πρέπει να μνημονεύονται, αλλά η επίσημη πολιτεία θα πρέπει να είναι πιο προσεκτική ως προς την απόδοση τιμών (όπως αυτή σηματοδοτείται μέσα από τη χρήση δάφνινων στεφάνων).

Κοιτάζοντας νηφάλια τα γεγονότα εκείνης της ημέρας, θα πρέπει να δούμε πέρα και πάνω από τους νεκρούς καταδρομείς (όχι για να ξεπεράσουμε τα γεγονότα του πραξικοπήματος). Θα πρέπει να κοιτάξουμε προς την πλευρά εκείνων που έδωσαν τις εντολές, των ηγητόρων των μονάδων καταδρομών και γενικότερα της Εθνικής Φρουράς, εκείνης περιόδου. Αλλά να δούμε και σε πολιτικό επίπεδο πόσοι εξ εκείνων που είχαν ανάμιξη στα σχέδια ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης είχαν, έστω και μεταπολεμικά, τιμωρηθεί ως τους άξιζε.

Υποστηρίζεται από πολλούς, και έχουν δίκαιο, ότι την συγκεκριμένη περίοδο οι επιλογές που γίνονταν για συγκεκριμένες μονάδες της ΕΦ είχαν μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα και εντάσσονταν στον ευρύτερο σχεδιασμό του πραξικοπήματος. Αυτές τις μονάδες χρησιμοποίησαν εκείνοι που αποφάσισαν να εκτελέσουν το πραξικόπημα. Σ’ αυτή την επιθετική ενέργεια συμμετείχαν όλες οι μονάδες που είχαν προεπιλεγεί.

Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες αυτών των μονάδων χωρίζονται (εκ του αποτελέσματος) σε τρεις κατηγορίες: Στην πρώτη κατηγορία είναι εκείνοι που πληρώνουν ακόμα σήμερα το τίμημα της προδοσίας γιατί σκοτώθηκαν κατά τις επιθέσεις. Στη δεύτερη κατηγορία είναι εκείνοι που σκοτώθηκαν τις πρώτες ώρες της εισβολής κατάφεραν να ξεπλύνουν τα όσα είχαν συμβεί τις προηγούμενες πέντε ημέρες. Και στην τρίτη κατηγορία είναι όσοι έζησαν και ζουν χωρίς καμιά τιμωρία, χωρίς να πληρώσουν κανένα άλλο τίμημα.

Δεν ήταν μόνοι τους οι στρατιώτες που σκοτώθηκαν στις επιθέσεις κατά το πραξικόπημα. Αλλά δυστυχώς πληρώνουν μόνοι τους όλο το τίμημα ενός προδοτικού εγκλήματος. Κι οι συμπολεμιστές τους, όφειλαν να βγουν μπροστά… πρώτα να απολογηθούν και εν συνεχεία να μιλήσουν. Όχι να σιωπούν.