Στην Ελλάδα, η παλιά φρουρά της Νέας Δημοκρατίας, όπως όλες οι παλιές φρουρές οπουδήποτε, είναι μια δύσκολη περίπτωση. Η προϋπηρεσία κάποιου στην ηγεσία του κόμματος δεν αποτελεί ούτε ικανή, ούτε και αναγκαία συνθήκη ώστε να θεωρούν αυτονόητο ότι η παράταξη και ο τόπος τους οφείλει ντε φάκτο το ύπατο αξίωμα, μια ντε φάκτο αγιοποίηση, ή ακόμα και ασυλία στις μνημειώδεις εκτροπές και αρλούμπες τους, ένεκα πολιτικής άνοιας.
Εάν από κάτι έχει κλονιστεί πολλές φορές αυτός ο τόπος, και μάλιστα σε πάρα πολλά επίπεδα, όχι μόνο της πολιτικής, είναι αυτό που λέμε «κληρονομικότητα». Καταλαβαίνω τον «οικογενειακό παράγοντα» και τους «δεσμούς αίματος» του πράγματος, όλοι τα κουβαλάμε αυτά μέσα μας. Υπερέχουν όμως το κύρος και οι απαιτήσεις του αξιώματος. Κάτι που, τα ονόματα που παίζονται στα κομματικά παραμάγαζα, δεν τα έχουν…
Είναι απίθανο πώς καταφέρνουν μερικοί πολιτικοί να στραπατσάρουν από μόνοι τους το όνομα και την εικόνα τους, ακριβώς μέσα στο άγχος τους να διασφαλίσουν υστεροφημία. Οι πιο συνετοί, αποσύρονται με αξιοπρέπεια και αποφεύγουν τα εύκολα σχόλια επί παντός. Κανένας δεν έχει χρήσει τον συνταξιούχο πολιτικό ως δια βίου ειδήμονα και σχολιαστή για τα τεκταινόμενα στην χώρα του.
Εάν έχουν κάνει έργο (κάτι που δεν κρύβεται), μιλάει από μόνο του – δεν χρειάζεται σπρώξιμο. Μπορεί να γράψει ένα βιβλίο. Μπορεί να κάνει, με την εμπειρία και την σοφία του (εφ’ όσον διαθέτει, εννοείται…), μια παρέμβαση για κάποιο σημαντικό θέμα – πάντα με γνώμονα να βοηθήσει τον τόπο, όχι να δημιουργήσει αντιπαλότητα.
Μπορεί, πάλι, όταν ωριμάσει η εποχή και η σκέψη του, να διοργανώσει μία σοβαρή πολιτική ημερίδα, με συγκεκριμένη θεματολογία. Πχ: τον περασμένο Νοέμβριο στην Αθήνα οργανώθηκε εκδήλωση προς τιμή του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη από το Δίκτυο για την Μεταρρύθμιση (ένα Think Tank της πρώην υπουργού και επιτρόπου στην ΕΕ Άννας Διαμαντοπουλου), το Ίδρυμα Ζακ Ντελόρ και τον ιστότοπο Μεταρρύθμιση.
Παρέστησαν πολλοί. Από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ονόματα – όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να τα βρει διαδικτυακά. Η ουσία είναι ότι, ακόμα και σε μια τιμητική εκδήλωση, διατυπώθηκαν απόψεις προχωρημένης πολιτικής σκέψης.
Από εκείνες, που έχει ανάγκη η πολιτική για να ανανεώνεται, να εμπλουτίζεται και να προβληματίζεται. Όπως πχ: Πώς φανταζόμαστε, και πώς θέλουμε να είναι η κοινωνία μας σε 50 χρόνια από τώρα; Σε διάφορα επίπεδα;
Πώς θα ενισχύσουμε την Παιδεία μας, σε σημείο που να ανέβει αισθητά το μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο όλων των πολιτών.
Πόσο, και σε τι θα άλλαζε η κοινωνία μας, εδώ στην Κύπρο, εάν ενωνόταν το νησί μας; Μπορούμε να αντέξουμε μια πρόκληση που θα μας έβγαζε από εθνικά στερεότυπα και καθιερωμένα βολέματα;
Δεν μπορούν όλες οι απαντήσεις να χωρέσουν σε κανένα σχέδιο λύσης – εμείς πρέπει να τις εφεύρουμε, να τις δοκιμάσουμε…
Πόσο ενσωματωμένη είναι η Κύπρος μέσα στην φιλοσοφία της ΕΕ; Τι έχουμε αποκομίσει από τότε που μπήκαμε, πέρα από τα οικονομικά πακέτα, τις επιδοτήσεις και την προστασία του χαλουμιού μας;
Από όσους στείλαμε στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο, κερδίσαμε έστω μία πολιτική προσωπικότητα που να αναδείχτηκε εκεί; Όσοι πήγαν, επέστρεψαν αλλαγμένοι; Έφεραν κάποιες νέες ιδέες; Για το πώς λύνονται δαιδαλώδεις διαφορές και επείγοντα προβλήματα; Για το πώς μπορούμε να ανοιχτούμε και σε άλλα πεδία της επιστήμης, της καινοτομίας, της τέχνης, σε μία κοινωνία πιο συμμετοχική, λιγότερο ανταγωνιστική, και περισσότερο ουσιαστική;
ΥΓ: Πάντως, κάνοντας ένα καλό σερφάρισμα ανακάλυψα ότι από όλους τους Ευρωβουλευτές της προηγούμενης φουρνιάς – δηλαδή πριν τις πρόσφατες εκλογές – οι λιγότερο δραστήριοι ήταν οι Λιθουανοί! Σύμφωνα με ρεπορτάζ από στοιχεία που συγκέντρωσαν δημοσιογράφοι του Politico, κατά μέσο όρο, οι Λιθουανοί ευρωβουλευτές συνέταξαν μόλις 1,8 νομοθετήματα ως κύριοι εισηγητές και 2,8 ως σκιώδεις εισηγητές κατά την περασμένη θητεία.