Την άνοιξη, κάθε άνοιξη, οι αγροί και η ύπαιθρος γεμίζουν με κίτρινες μαργαρίτες, προάγγελοι του Πάσχα που στο νησί αποκαλούμε «λάζαρους». Μ’ αυτά τα λουλούδια έβαφε η γιαγιά τ’ αυγά της Ανάστασης, στέλνοντάς μας με την αδελφή στις άκτιστες τότε χωράφες της πόλης για να γεμίσουμε από ένα καλαθάκι.
Περιπλανιόμασταν στο δάσος από κίτρινα δεντράκια, αφού οι μαργαρίτες έφταναν ως τους ώμους μας, ενώ βρίσκαμε και κόκκινες ολοστρόγγυλες πασχαλίτσες, «παπαρούνες» στην κυπριακή διάλεκτο. Τα χαριτωμένα αυτά μικροσκοπικά έντομα ήταν η απόλυτη ομορφιά καθώς κινούνταν για λίγο στο χέρι μας μέχρι ν’ ανοίξουν τα φτερά τους και να χαθούν μες στο μεγαλείο της άνοιξης. «Παπαούρα, παπαούρα, πιάστα ρούχα σου τζαι βούρα» τους τραγουδούσαμε.
Τις μακρόστενες με το ξεβαμμένο κόκκινο χρώμα τις υποτιμούσαμε, αποκαλώντας τις μάλιστα, οι παπαρούνες «οι κατζιές», αν και ήταν το ίδιο άκακες όπως και οι στρογγυλές, ακριβώς όπως και οι πεταλούδες που πετούσαν ανάμεσά μας. Ακόμη και οι μέλισσες που πετούσαν από λουλούδι σε λουλούδι, δεν θα μας πείραζαν αν δεν τις τρομάζαμε. Ανεξήγητο τρόμο προκαλούσαν εντούτοις στη Νάτια και σ’ εμένα τα επίσης άκακα «μαρτούδκια». Έτσι αποκαλούσαμε κι ένα άνθρωπο, άκακο όπως αυτές τις μαύρες τριχωτές κάμπιες που έβγαιναν από το κουκούλι τους κάθε Μάρτη και σπαρταρούσαν σε ένα λευκό δίχτυ, προτού σκορπίσουν στα χωράφια η μία πίσω από την άλλη σαν σε στρατιωτική παρέλαση.
Από την πρώτη του Μάρτη η γιαγιά μάς περνούσε στο χέρι το «μαρτούδι,» ένα βραχιολάκι που έφτιαχνε με άσπρη και κόκκινη κλωστή το οποίο μας προστάτευε από τον ήλιο και όλα τα κακά. Είχαμε την επιλογή να το ρίξουμε να καεί στη λαμπρατζιά το Μεγάλο Σάββατο ή να το αποχωριστούμε νωρίτερα, αφήνοντας το στις 31 Μαρτίου σε μια τριανταφυλλιά ώστε να το πιάσει ένα χελιδόνι, να το χρησιμοποιήσει για το χτίσιμο της φωλιάς του.
Ανάμεσα στις κίτρινες θάλασσες που κυμάτιζαν με το φύσημα του ανέμου, άνθιζαν τότε που δεν είχαν κυκλοφορήσει ευρέως τα καταστροφικά φυτοφάρμακα, πλήθος «πετεινών», παπαρούνων, αυτά τα εύθραυστα άνθη με τα λεπτεπίλεπτα πέταλά τους, που τα έπαιρνε ο αέρας και σκορπούσαν σαν κόκκινα συννεφάκια. Αντιθέτως οι μαργαρίτες-λάζαροι ήταν ανθεκτικότατες. «Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει» λέγαμε αργότερα καθισμένες στο κατώφλι μαζί με τις φίλες, μαδώντας τα πέταλά τους, έχοντας στο νου το όνομα ενός αγοριού ή κάποιου καλλιτέχνη. Όλα γίνονταν μόνο στο νου μας: «Να το θυμάστε, καλλύττερα να σας φκει τ’ αμμάτιν παρά το όνομα» μας έλεγαν οι μητέρες μας.
«Τα κυπριακά ένεν γλώσσα. Μιλιούνται αλλά δεν γράφουνται και στην τάξη πρέπει να μιλάμε μόνο ‘‘καλά’’ ελληνικά». Τα ‘‘όι’’ και τα “τζαι” στο σπίτι σας.», μας επαναλάμβαναν οι δασκάλες του δημοτικού κι αργότερα οι φιλόλογοι στο γυμνάσιο. Μα το διάλειμμα στην αυλή, όλοι, μαθητές και δάσκαλοι στη διάλεκτο μιλούσαμε. Τα ελληνικά τα γράφαμε, τα διαβάζαμε, τα ακούγαμε στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, μα δεν «καλαμαρίζαμε» ποτέ μεταξύ μας.
Στο χωριό «στα άρκα τα όρη» που έμεναν οι παππούδες, ζούσαμε ένα γλωσσικό θαύμα, από λέξεις και εκφράσεις. «Επίσκασα σας» μας έλεγαν με το που φτάναμε και εμείς σκύβαμε να τους φιλήσουμε το χέρι ενώ αυτοί μας φιλούσαν στο μέτωπο, δίνοντάς μας τις «ευτζιές» τους. Λάτρευα την κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα των παππούδων και των χωριανών. Σαν βουτούσε ο ήλιος και μαύρο πισσούρι τύλιγε το χωριό, πλήθος οι νυχτερινές παρουσίες, όπως ο κουκκουφκιάος, ο νυχτοπάππαρος, ο μισιαρός, η πουμπουρίδα που μας έφερνε το μήνυμα πως θα χουμε ξένους. Οι αλουποί έκαναν συχνά έφοδο «τζαι αντζελοσσιάζαν» τις όρνιθες μες στα σκοτεινά. «Με το χάραμαν του φου» τα «ριφούδκια» και τα «τσουρούδκια» χοροπηδούσαν, «πεμπερίζοντας» χαρούμενα μες στους ανοιξιάτικους αγρούς ενώ τα «γαουρούδκια αγκανίζαν», καλωσορίζοντας τη νέα μέρα μαζί με τους πετεινούς.
Λέξεις και στιγμές μαγικές που χάθηκαν μες στο χρόνο, μαζί με τους παππούδες, τους γονιούς και τις γειτόνισσες που κάθονταν το δείλις να «πομορίσουν» ενώ πίναν τον καφέ τους με το κεφάλι σκυφτό στο εργόχειρό τους. Λέξεις που κεντήθηκαν μαγικά στο συλλογικό ασυνείδητό μας. Μπορεί να σώπασαν οι φωνές των αγαπημένων προσώπων, μα οι λέξεις και τα λόγια τους ξεπηδούν από τη μνήμη με λέξεις διαμάντια που φωτίζουν ακόμη τις ζωές μας. Λόγια που εξακολουθούν να βγαίνουν από το στόμα των ανθρώπων της υπαίθρου, αυτών που κρατούν ακόμη την ταυτότητα και την αληθινή φυσιογνωμία του τόπου μας, που αντιστέκονται στη διάβρωση και την αλλοίωση του αληθινού μας ονόματος. Αυτοί υπερασπίζονται εν αγνοία τους την εισβολή ξένων λέξεων και της greeklish γραφής.