Ένα ανερμάτιστο παζλ αχυρένιων επιχειρημάτων ήταν η ομιλία του Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή των Ελλήνων επί του νομοσχεδίου για την ισότητα στον πολιτικό γάμο.

Από τη μια προσπαθούσε να πείσει ότι δεν είναι ομοφοβικός, σεξιστής και ακραίος και από την άλλη αράδιαζε τις πιο φαιδρές σοφιστείες της συντηρητικής ατζέντας. Από τη μια τελάλιζε τις κοστοβόρες (για τον ίδιο) «μάχες» που έδωσε για να «ανήκουμε στη Δύση» κι από την άλλη ουσιαστικά εναντιολογούσε ότι σε ορισμένα ζητήματα πρέπει να παραμείνουμε στην Ανατολή.

Εκεί που σχεδόν τον λυπήθηκα ήταν όταν αναγκάστηκε να επιχειρηματολογήσει επικαλούμενος το σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο «κατοχυρώνει πλήρως τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών» και «τι παραπάνω θα προσφέρει ο γάμος». Απέφυγε βέβαια να αναφέρει τη δική του στάση όταν ψηφιζόταν το σχετικό νομοσχέδιο το 2015, όταν και είχε τηρήσει αποχή, όπως 27 ακόμη βουλευτές της ΝΔ. Δεν ξέρω αν αξίζει να σταθούμε στο κλαψούρισμά του «περί κατάργησης της πυρηνικής οικογένειας», στα θεμέλια της οποίας ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του κατ’ επανάληψη έριξαν… πυρηνική βόμβα, όχι μόνο την εποχή των μνημονίων αλλά από τη δεκαετία του ’80 και εντεύθεν.

Εκείνο που πραγματικά με τσίγκλησε στην ομιλία του είναι ότι εκτός από τον Ράμφο, τον Πανούση (όχι τον Τζίμη) και τον Σιμαρδάνη (για να φανεί και συμπεριληπτικός, άμα λάχει ναούμ’), παρέθεσε λόγια κι ενός τιτάνα της ευρωπαϊκής λαϊκής- χριστιανοδημοκρατικής διανόησης: του Χάρη Γεωργιάδη. Ναι, μην εκπλήσσεστε, ουσιαστικά μ’ αυτή την ιδιότητα τον παρέθεσε. Για να στηρίξει το επιχείρημα ότι υπάρχουν κι άλλες φωνές στο ΕΛΚ, πιο… νούσιμες. Και με τσίγκλησε γιατί θυμήθηκα ότι εδώ στο νησί δεν έχουμε ανοίξει ακόμη τη συζήτηση για τους γάμους ομόφυλων ζευγαριών. Να ευχηθώ «και στα δικά μας»;

Τι υποστηρίζει, λοιπόν, μέσες- άκρες ο εκ Κύπρου στοχαστής; Ότι η δεξιά πρέπει να παραμείνει συντηρητική και απολιθωμένη για να μην αφήσει έδαφος στην ακροδεξιά. Είναι από πρόσφατη συνέντευξη στον «Φ» απ’ όπου ο Σαμαράς κουοτάρει τα βαθυστόχαστα λόγια του Χάρη: «να απορρίψουμε τις υπερβολές και τα παράλογα της woke κουλτούρας που έχει φτάσει στο σημείο να αμφισβητεί την έννοια των φύλων και της οικογένειας και η οποία επιχειρεί να φιμώσει την ελευθερία στο όνομα της ελευθερίας».

Ο Σαμαράς, λοιπόν, που τον μόνο που ξέχασε να ρωτήσει είναι τον μπάρμπα μου τον ψεύτη, δεν είναι κατά τ΄άλλα ομοφοβικός. Είναι αρχιφιλελεύθερος, αν και κατά προτίμηση εστιάζει μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με την αποχαλιναγώγηση της οικονομίας. Ως Έλλην πολίτης έχω να πω ότι ντρέπομαι που ήταν κάποτε πρωθυπουργός της χώρας μου, παρόλο που δεν περίμενα τον άβαθρο φιλιππικό του για να ντραπώ. Ντρεπόμουν ήδη. Όπως ντρέπομαι και για αρκετούς ακόμη που «τίμησαν» αυτό το αξίωμα όπως και άλλα. Μια χαρά χάιδεψε τ’ αυτιά του ακροδεξιού και του ανενημέρωτου ακροατηρίου, αυτού που βλέπει «woke υπονοούμενα» ακόμη και σε συσκευασίες γάλακτος (επειδή δεν είναι δουλειά ενός ανδροπρεπούς πατέρα να βάζει γάλα στην κόρη του, ούτε να πλένει ποτήρια, όλοι το ξέρουν αυτό).    

Παρεμπιπτόντως, είναι αξιοσημείωτο πώς η λέξη «Woke», που ορίζει την επαγρύπνηση εναντίον φυλετικών προκαταλήψεων και διακρίσεων, κατάφερε όχι μόνο να πάρει αρνητική χροιά εκ δεξιών αλλά και να γίνει αντικείμενο θεωριών συνωμοσίας. Τόσο παρανοϊκών και σαθρών που θα μπορούσαν να καταρρεύσουν με το πιο απλό επιχείρημα: η ομοφυλοφιλία, ούγκανοι, δεν είναι κολλητική κι αν αισθάνεστε τον ανδρισμό σας ευάλωτο, τότε κάτι άλλο σάς φταίει που φοβάστε να ψάξετε.

Υπάρχει φυσικά και η εξ αριστερών κριτική στο φαινόμενο, η οποία εστιάζει στη μασκοτοποίηση του δικαιωματισμού, την υπερχρήση του όρου και την εκμετάλλευσή του ως προοδευτικό προπέτασμα για τη νομιμοποίηση του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου. Βέβαια, το ότι ο καπιταλισμός βρήκε πάλι τρόπο να καπελώσει μια ιδέα που κατά βάση τού εναντιώνεται και να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε ευκαιρία, αποδεικνύει την παροιμιώδη προσαρμοστικότητά του. Αλλά αυτό δεν ακυρώνει απαραίτητα αυτή την ιδέα. Μόνο τη λοιδωρεί.

Κάπου εκεί είναι που τα έχει μπερδέψει το ΚΚΕ, χωρίς μάλιστα να μπορεί να το διατυπώσει και κατανοητά. Και στο τέλος της ημέρας η ομιλία του Κουτσούμπα στη Βουλή έφτασε να μη διαφέρει πολύ ως προς το γράμμα και το πνεύμα της απ’ αυτή του Σαμαρά. Υπάρχει όμως μια διαφορά. Παρά το γεγονός ότι ο Σαμαράς ουσιαστικά εμφανίζεται ως «αυτοφωράκιας» του Μητσοτάκη, κλείνοντας το μάτι στην κοινωνία ότι η ΝΔ παραμένει μια συντηρητική παράταξη και συγκρατώντας τους σκληροπυρηνικούς ψηφοφόρους στο μαντρί, μάλλον τα πιστεύει όλα αυτά που λέει. Και αν μπορούσε θα διατύπωνε ακόμη πιο ακραίο ομοφοβικό λόγο. Αντίθετα, ο Κουτσούμπας βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση με μόνη έγνοια να μη δώσει «νομιμοποίηση επίπλαστης προοδευτικότητας στην κυβέρνηση», χωρίς να υπολογίζει όμως την πρακτική σημασία μιας χειρονομίας ισονομίας, έστω και μέσα σ’ ένα παθογενές πλαίσιο κοινωνικών ανισοτήτων.

Από την άλλη, επειδή στην Ελλάδα κάθε φάβα έχει κάποιο λάκκο, ο Μητσοτάκης βγαίνει και παπάς και ζευγάς, διαχειριζόμενος το δικό του «Μακεδονικό» με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Τελικά, μετέτρεψε σε πλεονέκτημα ακόμη και το γεγονός ότι η ψηφοφορία έγινε ονομαστικά. Ντριμπλάρει την τυραννία της πλειοψηφίας και παράλληλα ευαγγελίζεται μια ισονομία που δεν υπάρχει, πλασάροντας ως διεθνούς βεληνεκούς επιτυχία την κατοχύρωση υποτυπωδών δικαιωμάτων που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα. Την ίδια στιγμή οι Έλληνες, πτωχοί, ξεδοντιασμένοι και απέλπιδες, διερωτούνται, όπως το γνωστό τραγούδι: «με αγάπη ποιος περνάει όταν πεινάει;»

Έχω διατυπώσει επανειλημμένα την άποψή μου για τον θεσμό του γάμου και δεν την αναθεωρώ. Οπότε μην περιμένετε πανηγύρια από μένα επειδή ακόμη μια μερίδα πολιτών θα έχει πια τη δυνατότητα να μπει στο λούκι. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να είναι νίκη και βηματάκι προόδου το γεγονός ότι της δίνεται τουλάχιστον αυτή η δυνατότητα. Αν πάλι κάποιοι πιστεύουν ότι αποκαταστάθηκε η ισότητα στην ελληνική κοινωνία, να γυρίσουν πλευρό. Πάντα μερικοί θα είναι πιο ίσοι από τους άλλους.

Ελεύθερα, 18.2.2024