Μια μάστιγα της εποχής, την εκδικητική πορνογραφία (revenge porn), επιδιώκει να μπλοκάρει πρόταση νόμου την οποία κατέθεσε ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Γιώργος Κουκουμάς. Βάσει της πρότασης, η εκδικητική πορνογραφία θα μετατραπεί σε ειδικό αδίκημα που θα κατοχυρώνει και τους άνδρες, προβλέποντας αυστηρότερη ποινή, η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 14 χρόνια.

Οι απατημένοι, πληγωμένοι, εξαγριωμένοι σύζυγοι/ σύντροφοι/ ερωτικοί παρτενέρ ρισκάρουν να απολέσουν για πολλά χρόνια την ελευθερία τους, στην περίπτωση που δημοσιεύσουν στο διαδίκτυο ή διαδώσουν υλικό, όπως φωτογραφίες ή βίντεο, ατόμων σε προσωπικές τους στιγμές (συνήθως με σεξουαλικό περιεχόμενο) χωρίς να εξασφαλίζουν τη συγκατάθεσή τους, αποσκοπώντας σε διαπόμπευση, αμηχανία, στεναχώρια, απόγνωση.

Το θέμα συζητήθηκε στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής, με τον κ. Κουκουμά να αναφέρει παρουσιάζοντας την πρόταση νόμου ότι το έγκλημα περιλαμβάνει ανάμεσα σε άλλα περιπτώσεις -κατά κανόνα, αλλά όχι μόνο- γυναικών που πέφτουν θύμα νυν ή πρώην συντρόφου τους που δημοσιοποιεί και διακινεί, χωρίς τη συναίνεσή τους, φωτογραφίες ή βίντεο ερωτικού ή σεξουαλικού περιεχομένου.

Τέτοιες πρακτικές, ανέφερε, καταλήγουν στην κοινωνική και ψυχολογική εξόντωση του θύματος και όχι τυχαία αυτό το έγκλημα χαρακτηρίζεται ως διαδικτυακός βιασμός. «Ψυχολογική κατάρρευση, απομόνωση από την οικογένεια και τον κοινωνικό περίγυρο, συνέπειες στην επαγγελματική ζωή μέχρι αυτοκτονίες και απόπειρες αυτοκτονίας είναι τα αποτελέσματα για τα θύματα», υπογράμμισε.

Ο κ. Κουκουμάς πρόσθεσε περαιτέρω ότι αυτό το φαινόμενο έχει αυξητικές διαστάσεις διεθνώς αλλά και στην Κύπρο. Από το 2017 μέχρι το 2022, η Αστυνομία δέχθηκε και διερεύνησε 65 καταγγελίες. Διευκρίνισε, παράλληλα, ότι από αυτές τις 65 οι 17 είχαν ως θύματα άνδρες.

Επιπλέον, το Κέντρο Ασφαλούς Διαδικτύου έλαβε περίπου 400 καταγγελίες για περιστατικά όπου άτομα έστειλαν προσωπικές φωτογραφίες σε άλλα πρόσωπα και μετά δέχονταν απειλές, κυρίως οικονομικής φύσεως, ότι θα δημοσιευόταν το επίμαχο υλικό.

Η πρόταση νόμου του ΑΚΕΛ, είπε ο βουλευτής, ενισχύει και αυστηροποιεί το υφιστάμενο πλαίσιο. Θεσπίζει νομική υποχρέωση για τους παρόχους διαδικτύου, ηλεκτρονικών και ψηφιακών υπηρεσιών να διαγράφουν ακαριαία τέτοιο υλικό. Αλλάζει το πλαίσιο ώστε να μην απαιτείται να αποδειχθεί πρόθεση του δράστη να εκφοβίσει/εξευτελίσει, να προκαλέσει βλάβη ή να αποκομίσει οικονομικό όφελος σε βάρος του θύματος.

«Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί η συνήθης δικαιολογία των δραστών, οι οποίοι για παράδειγμα διαδίδουν το βίντεο μιας κοπέλας χωρίς τη συγκατάθεσή της, είναι ότι «το έκανα για πλάκα», «το έκανα γιατί ήμουν πληγωμένος που με εγκατέλειψε» κ.λπ., την ώρα που οι συνέπειες για το θύμα παραμένουν συντριπτικές», καταλήγει.

Με την πρόταση νόμου συμφωνούν το Υπουργείο Δικαιοσύνης και οι δικηγόροι, με την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας να εκφράζει επιφυλάξεις πως τα 14 έτη φυλάκισης που προβλέπονται είναι δυσανάλογα σε σχέση με άλλα αδικήματα, αλλά και το γεγονός ότι θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας αν το θύμα είναι γυναίκα.

Ακόμη και αν μειωθεί, στη συνέχεια, η ποινή φυλάκισης, είναι πολύ σημαντικό να οριστεί το αδίκημα, να βγει στο προσκήνιο, να αναδειχθούν οι καταστροφικές του συνέπειες, να ενημερωθούν οι εμπλεκόμενοι φορείς, αλλά και η κοινωνία.

Ειδικά οι νέοι, ώστε να είναι ψυλλιασμένοι. Να σκεφτούν διπλά πριν καταγράψουν προσωπικές στιγμές – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ευθύνεται το θύμα! Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις το θύμα δεν γνωρίζει ότι καταγράφεται…