Την «τιμητική» του είχε ο Πολιτισμός αυτή την εβδομάδα. Δυο ολόκληρες συνεδρίες μέσα στην ίδια εβδομάδα και μάλιστα σε διαφορετικές επιτροπές είναι σπάνιο φαινόμενο. Για να μην πω ιστορικό.

Τη Δευτέρα συζητήθηκε ο πρώτος ολοκληρωμένος προϋπολογισμός του Υφυπουργείου Πολιτισμού και άρχισε να στερεοποιείται η εικόνα για τις προθέσεις και τον τρόπο λειτουργίας της νέας δομής. Μια εικόνα αρκετά ευκρινής της σημασίας της δημιουργίας (ημι-)χαρτοφυλακίου για τον Πολιτισμό, που δεκαετίες τώρα βολόδερνε παρενθετικά υπό το Υπουργείο Παιδείας. Και μια εικόνα θολή, σχετικά με τον δρόμο που έχει ακόμη να διανύσει μέχρι να είναι σε θέση να κρατήσει γερά τα γκέμια και να ασκήσει επωφελείς πολιτικές.

Ωστόσο, ακόμη και τη Δευτέρα στην Επιτροπή Οικονομικών, σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε το αναθεωρημένο πλαίσιο των θεατρικών επιχορηγήσεων. Την Τετάρτη, στην Επιτροπή Παιδείας, έγινε ειδική συνεδρία για το Σχέδιο Θυμέλη και μπορεί να μην άνοιξαν κεφάλια αλλά τα είχε τα επεισοδιάκια της, αφήνοντας… υποσχέσεις για ακόμη περισσότερες αντεγκλήσεις στο μέλλον. Βλέποντας εκπροσώπους των ελεύθερων θεάτρων μαζεμένους εκεί, θυμήθηκα κάτι παλιότερες συνεδριάσεις, πριν από 10-15 χρόνια. Τότε που εξανίσταντο για το τότε ισχύον καθεστώς και οι τέσσερις του πάλαι ποτέ Σχεδίου Γ’ διασταύρωναν τα ξίφη μ’ αυτούς του Σχεδίου Β’ κι όλοι μαζί έβαλλαν κατά του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, που ήταν λέει ανταγωνιστής και δεν έπρεπε να μοιράζει την πίττα.

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από αυτούς θα επέστρεφαν, αύριο κιόλας αν τους δινόταν η επιλογή, στο status quo της προ-Θυμέλης εποχής. Σήμερα, όμως, οι βασικοί διαφωνούντες του 2010 θέσπισαν Ομοσπονδία Θεατρικών Φορέων, δηλαδή τα βρήκαν μεταξύ τους και υπερασπίζονται τα κοινά τους συμφέροντα, έναντι των υπολοίπων. Όμως πλέον είναι αργά, το πουλί έχει πετάξει κι ο ΘΟΚ από «Υπουργείο Θεάτρου» έγινε κρατικό θέατρο. Εχει απαλλαγεί –οριστικά;- από την «καυτή πατάτα» και την «αναχρονιστική ευθύνη» των επιχορηγήσεων.

Το πρόβλημα είναι ότι ένα τόσο ευαίσθητο, δαιδαλώδες και ακανθώδες ζήτημα, που ζόριζε και πονοκεφάλιαζε κοτζάμ οργανισμό με πολυδεκαετή τριβή, εμπειρία και εξειδίκευση, βρίσκεται πλέον υπό την ευθύνη μιας νέας, εξελισσόμενης και υποστελεχωμένης δομής, που ψάχνει ακόμη τα πατήματά της. Δυσκολεύομαι να φανταστώ πώς μια μόνο λειτουργός του Τμήματος Σύγχρονου Πολιτισμού μπορεί ν’ ανταπεξέλθει σ’ έναν τέτοιο ογκώδη, δισεπίλυτο φάκελο, όπου όλοι έχουν δίκιο και ταυτόχρονα άδικο. Αναπόφευκτα, από τους πρώτους κιόλας μήνες που ανέλαβε το Υφυπουργείο την «καυτή πατάτα», είναι λες και μηδενίστηκε το κοντέρ και πρέπει να ασκηθεί θεατρική πολιτική από την αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς μπορεί αυτό να γίνει χωρίς τριβή και χωρίς να αφουγκραστούν τις πραγματικότητες.

Είναι ενδεικτική των προθέσεων η αναφορά της Γενικής Διευθύντριας Εμμανουέλας Λαμπριανίδου ότι «δεν είναι επιθυμητό» να δημιουργούνται πολλές υποδομές που τελικά δεν είναι βιώσιμες και η προτροπή της προς τους φορείς για συμπράξεις.

Σωστά ακούγονται αυτά, κανείς δεν λέει ότι η λύση είναι μια μόνιμα ανοιχτή κάνουλα που θα τους ικανοποιεί όλους. Γιατί τότε σε κάθε γειτονιά θα άνοιγε κι από ένα κρατικοδίαιτο θέατρο που ελάχιστα θα ενδιαφερόταν για την απήχηση και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, δεν γίνεται να μη λαμβάνονται υπόψη οι ιδιάζουσες συνθήκες της Κύπρου και κυριότερα οι δημογραφικές, όπου η ανάγκη για ποικιλία και ποιότητα είναι αναμφισβήτητη, αλλά η αυτάρκεια των θεατρικών σχημάτων ανέφικτη. 

Από την άλλη δεν μπορώ να μη συμφωνήσω με τον βουλευτή του ΑΚΕΛ Χρίστο Χριστοφίδη που υπέδειξε στο Υφυπουργείο ότι τα θέατρα δεν είναι επιχειρήσεις να τα ρίξουμε στην κονίστρα του ανταγωνισμού κι όσα επιβιώσουν επιβίωσαν. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι αν εκεί στην οδό Ιφιγενείας για οποιονδήποτε λόγο θεωρούν καλή ιδέα την πολιτική του διαίρει και βασίλευε, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν γιατί αυτό θα τους γυρίσει μπούμερανγκ. Όχι μόνο επειδή είναι καθαρά θέμα συγκυρίας με ποιον θα συγκλίνουν οι απόψεις σου σήμερα και με ποιον αύριο, αλλά κι επειδή δεν είναι συνετό να παίζεις με τη φωτιά μέσα στην μπαρουταποθήκη. Το να δυναμιτίζεις το κλίμα ποτέ δεν βγαίνει σε καλό. Εξάλλου, πολύ φιλικά θέλω να υποδείξω ότι αυτοσκοπός δεν είναι να υπερασπίζονται τις (όποιες) πολιτικές τους, αλλά τους πολίτες. Εν τέλει, το καλό του τομέα τον οποίο υπηρετούν.   

Το γιατί το κλίμα στα εσωτερικά του ελεύθερου θεάτρου μυρίζει μπαρούτι είναι κάτι που μπορεί κάποιος να αναλύσει, αλλά όχι χωρίς να χαλάσει καρδιές και χωρίς να προκαλέσει ζημιά. Το να έχει προκύψει κόντρα του τύπου «Ομοσπονδία εναντίον Συλλογικότητας» θα ακουγόταν αστείο αν δεν ήταν τραγικό και κυρίως επικίνδυνο. Προφανώς, ούτε κοινές «σπονδές» έχουν, ούτε συλλογικό πνεύμα. Δεν νομίζω ότι οι άνθρωποι που κόπτονται ειλικρινά για το καλό του θεάτρου κι όχι για το μικρομάγαζό τους και τη δική τους επιβίωση έχουν κάτι να κερδίσουν από αυτή την αντιπαράθεση. Ειδικά με τις συνθήκες που πάνε να δημιουργηθούν. Αυτοκαταστροφικό μού ακούγεται όλο αυτό.

Πράγματι, το θεατρικό οικοδόμημα είναι κοινό και εύθραυστο κι αν αφαιρεθούν κάποια τούβλα κινδυνεύει να καταρρεύσει. Γι’ αυτό λοιπόν κάναμε Υφυπουργείο. Για να επιλαμβάνεται καταστάσεων όπως αυτές και να τις θεραπεύει. Στην προκειμένη περίπτωση θα χρειαστεί χρόνος κι αυτή είναι μια πολυτέλεια που δεν υπάρχει. Το σίγουρο είναι ότι απαιτείται νέο σχέδιο, πιο εποικοδομητικό και ευνοϊκό αλλά και με την πίττα πιο μεγάλη και γενναιόδωρη.

Εντούτοις, αυτό που δεν πρέπει ούτε το κράτος ούτε οι εμπλεκόμενοι να ξεχνούν είναι ότι το κύριο ζητούμενο δεν είναι το «θέατρο για το θέατρο», ή η καλλιτεχνική επιβίωση των ανθρώπων του. Χρειάζεται όραμα κι ένας προγραμματισμός πιο λειτουργικός, με αγάπη και έγνοια για την τέχνη, ναι, και για τους καλλιτέχνες. Αλλά πρώτιστα για τους πολίτες. Αυτό δεν συμβαίνει, λ.χ. όταν οι φορείς ολοκληρώνουν τις παραστάσεις που υποχρεούνται μέσα σε 2-3 εβδομάδες και μετά τις κατεβάζουν ακόμη και γεμάτες, επειδή είναι ασύμφορο να πληρώνουν συντελεστές ή επειδή οι συντελεστές έχουν άλλες υποχρεώσεις.

Ελεύθερα, 12.11.2023