Τέτοιες ώρες, είναι σχεδόν άρρωστο να ασχολείται κάποιος με τις έχθρες και τις δολοπλοκίες των πολιτικών. Ακόμα πιο άρρωστο είναι να θέλει κάποιος πολιτικός να στρέψει την προσοχή στα δικά του ψάχνοντας δικαίωση, προσπαθώντας να εκθέσει τον αντίπαλο. Ωστόσο, αυτά τα μικρά και εν πολλοίς ασήμαντα, συνδέονται και οδηγούν στα μεγάλα.

Την ίδια ώρα που η ανθρωπότητα έχει συγκλονιστεί από το βομβαρδισμό νοσοκομείου στη Γάζα, με το ερώτημα ποιος έριξε τη ρουκέτα να μένει αναπάντητο, στο χωριό μας -που στις δύσκολες ώρες των άλλων καμώνεται πως επιτελεί ρόλο παγκόσμιου παίχτη, περίπου υπερδύναμης- αιωρείται ένα άλλο ερώτημα: Ποιος ηχογράφησε τη συνομιλία των άλλοτε συναγωνιστών, Σιζόπουλου και Παπαδάκη; Ποιος είχε την προνοητικότητα (και ανηθικότητα), ποιον βολεύει η διαρροή της συνομιλίας;

Η απάντηση δεν ενδιαφέρει πολλούς. Το φαινόμενο ωστόσο είναι διδακτικό. Το blame game δεν είναι καινούριο στην πολιτική και πολεμική σκηνή, αν και στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας πήρε εξωφρενικές διαστάσεις και έγινε βασικό όπλο των δύο αντιμαχόμενων χωρών. Το βλέπουμε να συμβαίνει ξανά, ξεπερνώντας κάθε ηθική (αν υπάρχει ηθική στον πόλεμο). Και βασίζεται στην ευκολία με την οποία πιστεύουμε οι θεατές των καταστάσεων πως μπορούμε να ανιχνεύσουμε, σε ένα θολό τοπίο, την αλήθεια και να πάρουμε θέση.

Εκατοντάδες άμαχοι, ίσως 500 άνθρωποι, τραυματισμένοι ήδη, γιατροί και νοσοκόμοι που προσπαθούσαν να προσφέρουν βοήθεια κι άνθρωποι που βρήκαν καταφύγιο, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πολλά παιδιά, θανατώθηκαν. Από ένα θλιβερό ατύχημα εκτροχιασμού των έξυπνων βομβών ή  για να χρησιμοποιηθεί ο θάνατος τους ως όπλο προπαγάνδας; Ποιαν από τις δύο πλευρές βολεύει το φρικιαστικό αυτό γεγονός; Τους εχθρούς του Ισραήλ, που θέλουν να εκθέσουν το πόσο βάρβαρο μπορεί να είναι; Τη Χαμάς και τους πίσω από αυτήν, που θέλουν να ολοκληρώσουν αυτό που άρχισαν; Επιχειρήματα μπορούν να λεχθούν κατά και των δύο πλευρών και να μοιάζουν όλα λογικά. Ωστόσο, ακόμα και τεκμήρια να παρουσιαστούν, τίποτα δεν μπορεί να αποδειχτεί, από εμάς τους μακρινούς θεατές, με απόλυτη βεβαιότητα. Τα τεκμήρια δεν αφήνονται στην τύχη, μπορούν να φτιαχτούν έγκαιρα, πριν το έγκλημα. Τα κράτη, οι οργανώσεις, ακόμα και οι άνθρωποι έχουν αναπτύξει σε τέτοιο βαθμό το παιχνίδι αλληλοεπίρριψης ευθυνών, που είναι δύσκολο για όσους παρακολουθούν να βρουν άκρη. Το μόνο σίγουρο είναι για το ποιος δεν φταίει.

Και για να καταλήξουμε: Ας μην αναρωτιόμαστε για τις στυγνές μεθόδους των κρατών, όταν μπορούμε να τις δούμε, σαφώς σε μικρότερη κλίμακα και με θύμα μόνο τη νοημοσύνη μας, να χρησιμοποιούνται για να εξοντώσει ένας πολιτικός ένα άλλο πολιτικό.