«Καιρός να φύγω. Με δέρνουν τα γερασμένα σκληροκόκαλα. Τα βήματα αβέβαια και το κορμί σκυφτό. Όμως πώς λες να φύγω; Εγώ θα μείνω μελλοθάνατος μα ζωντανός να καρτερώ. Θα φύγω όταν θα αγναντεύω τα ξενόφερτα καράβια να παίρνουν τον αγύριστο του γυρισμού τον δρόμο. Ως τότε εγώ θα καρτερώ. Ως τότε εγώ θα πολεμώ».

Ακόμη και στα βαθειά γεράματα, οι λέξεις ξεπηδούσαν από τα δάκτυλα του σαν πύρινες φλόγες και χάραζαν στο άψυχο χαρτί λεβεντιά και αξιοπρέπεια. Ο λόγος για τον πατριώτη Βάσο Λυσσαρίδη.

Θα διερωτάστε πού τον θυμήθηκε η στήλη, δυόμισι χρόνια μετά από το θάνατό του. Η ανάμνηση δεν προήλθε από κάποιο σχετικό με τον ίδιο γεγονός. Ούτε εξαιτίας κάποιας εκδήλωσης αφιερωμένης στον Γιατρό. Εκείνο το περιβόητο ηχητικό το οποίο κυκλοφόρησε χθες, είναι που υποχρέωσε το μυαλό μου να οδηγηθεί σε εκείνον.

Από τη μια οι φλογεροί στίχοι και τα πύρινα λόγια του Βάσου Λυσσαρίδη. Από την άλλη, ένας διάλογος της ντροπής.

Μ.Σ.: Εγώ σου είπα: Θέλω τις 10 χιλιάδες από τις 24 χιλιάδες για να εργοδοτηθούν από την Κύπρο.
Δ.Π: Μα δεν καταλαβαίνεις ότι δεν αγγίζουμε πάνω σε αυτό το ποσό;

Από τη μια εκείνοι οι περήφανοι στίχοι του πρόσφεραν πάντοτε δύναμη και ελπίδα: «Και να θυμάσαι: Αν εθελούσια δεν γονατίσεις, ούτε νεκρό δεν μπορούν να σε γονατίσουν», «Μαζί σας θ’ αγωνίζομαι ζωντανός ή νεκρός, ωσότου λεύτεροι πορευτούμε στον λεύτερο Πενταδάκτυλο. Ως τότε, μη με αναζητήσετε στους απόντες. Οι αγώνες δεν τελειώνουν με τον θάνατο αλλά με τη δικαίωση», «Εγώ ξένος διαβάτης δεν θα πορευτώ στον ξεραμένο Κεφαλόβρυσο ή στην Καντάρα. Μία του χρωστάω επίσκεψη, χωρίς δεσπότες και χωρίς δεσμώτες».

Και από την άλλη, κάτι κουβέντες που τις ακούς και αναρωτιέσαι τι σχέση μπορεί να έχουν με τον Γιατρό και τις παρακαταθήκες τις οποίες άφησε μέσα από τους στίχους του.

M.Σ.: Ή είσαι διαθέσιμος ή δεν είσαι διαθέσιμος. Είτε, αλλιώς δεν θα κάνω έτσι κουβέντες. Τέλειωσε.

Δ.Π.: Εγώ είμαι οκ με το τι λέει το καταστατικό, εγώ θα το τηρήσω. Εκείνο που συμφωνήσαμε και είναι νόμιμα θα τα τηρήσω όλα.

Από τη μια οι ξεχωριστοί στίχοι με βαθειά και σπουδαία μηνύματα, όπως τους περίφημους: «Όχι! Δεν δέχομαι να γονατίσω/ Όχι! Με καρτερούν οι σύντροφοι στο συρματόπλεγμα/ και οι νεκροί στον Πενταδάκτυλο/ Να πεθαίνω ναι!/ Να γονατίσω όχι!».

Και από την άλλη, κάτι «καθαρές» κουβέντες, που ερυθριά κάποιος και μόνο που τις ακούει:

Μ.Σ.: Εντάξει. Εγώ θέλω ξεκάθαρες κουβέντες.

Δ.Π.: Είναι καθαρές κουβέντες.

Μ.Σ.: Οκ άρα τέλειωσε. Ο καθένας τραβάει τον δρόμο του και όπου πάει. Πρόσεξε να μη γίνεις Λιλλήκας.

Ορθώς είχε επισημανθεί από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην κηδεία του Βάσου Λυσσαρίδη ότι θάφτηκε το σώμα αλλά όχι το πνεύμα και η ψυχή του. Τρανό παράδειγμα το γεγονός ότι στην κηδεία κάποιοι νεαροί είχαν προσέλθει με πανό στα οποία αναγράφονταν ξεχωριστοί στίχοι του Γιατρού με βαθειά και σπουδαία μηνύματα.

Πρόκειται για μια σπουδαιότητα ανυπέρβλητη. Η μεταλαμπάδευση ιδεών και οραμάτων, που αφορούν την ελευθερία μιας σκλαβωμένης πατρίδας, σε νέα παιδιά. Σε μια εποχή, μάλιστα, όπου κυριαρχεί η κρίση αξιών. Όπου η διαφθορά δολοφονεί ό,τι απέμεινε από αρετές και ιδανικά σε αυτό τον τόπο. Υπό τέτοιες συνθήκες, η ηλιαχτίδα της παρακαταθήκης του Βάσου Λυσσαρίδη είναι ελπιδοφόρα.

Τι τραγικό όμως. Οι στίχοι του ξεχάστηκαν στο ίδιο του το κόμμα. Οι παρακαταθήκες του πετάχτηκαν σε κάποια σκονισμένη αποθήκη του κτηρίου του κόμματος. Τα οράματα του ποδοπατούνται με τόσο βάναυσο τρόπο από τους λεγόμενους συνεχιστές του…

«Θα φύγω όταν θα αγναντεύω τα ξενόφερτα καράβια να παίρνουν τον αγύριστο του γυρισμού τον δρόμο. Ως τότε εγώ θα καρτερώ. Ως τότε εγώ θα πολεμώ» είπες Γιατρέ. Κάποιοι άλλοι, όμως, γύρισαν την πλάτη στα ξενόφερτα καράβια… Τώρα πολεμάνε ο ένας τον άλλο…