Σαφώς και η προσοχή όλων είναι εστιασμένη στη σφαγή η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη ένθεν και ένθεν στη Γάζα. Σαφώς και την ώρα που παιδιά δολοφονούνται με απάνθρωπο τρόπο, γυναίκες βιάζονται από κτηνώδη όντα και βρίσκεται επί θύρας η ισοπέδωση μιας ολόκληρης περιοχής, όλα τα άλλα στο εσωτερικό μέτωπο περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Δυστυχώς, όμως, αυτό φαίνεται να το εκμεταλλεύονται κάποιοι πολιτειακοί αξιωματούχοι.

Για να περνάνε με την ελάχιστη δυνατή αντίδραση κάποιες αποτυχίες τους. Χωρίς, μάλιστα, να δώσουν την παραμικρή εξήγηση. Όπως για παράδειγμα, με την απόφαση της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας να απαλλάξει από την περιώνυμη υπόθεση του βίντεο του Αλ Τζαζίρα, τον δικηγόρο Ανδρέα Πιττάτζη. Χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση.

Την περασμένη Τετάρτη, λοιπόν, αιφνιδιαστικά η Νομική Υπηρεσία αφαίρεσε από το κατηγορητήριο της εν λόγω πολύκροτης υπόθεσης, έναν από τους τέσσερις κατηγορούμενους. Δικαίωμά της βεβαίως. Εκείνο, όμως, που δεν είναι δικαίωμά της, είναι να το πράττει χωρίς να το δικαιολογεί. Ούτε καν στο δικαστήριο το έπραξε. Απλώς, το επισήμαναν οι δικηγόροι. Είδαν ότι στο κατηγορητήριο ήσαν μόνο οι τρεις από τους τέσσερις μέχρι εκείνην την στιγμή κατηγορούμενους.

Πάλι καλά, δηλαδή, που το εντόπισαν οι άνθρωποι. Αφού δεν μπήκε στον κόπο να το πράξει η Νομική Υπηρεσία μέσω κάποιας ανακοίνωσης ή έστω κάποιας δήλωσης στο Κακουργιοδικείο, θα μπορούσε οι άνθρωποι να συνέχιζαν να μιλάνε για τέσσερις κατηγορούμενους. Άραγε στον ίδιο τον Πιττάτζη μπήκε στον κόπο να το πει η Νομική Υπηρεσία ή του το φύλαγαν για έκπληξη;

Το θέμα δεν είναι διόλου αστείο. Είναι εξαιρετικά εξοργιστικό, εν έτει 2023, ένας Γενικός Εισαγγελέας κι ένας Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας να συμπεριφέρονται λες και βρίσκονται σε κάποιο φέουδό τους. Όπου αποφασίζουν και διατάσσουν, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δώσουν τον παραμικρό λογαριασμό σε οποιονδήποτε.  Είμαστε για πολλοστή φορά υποχρεωμένοι να θέσουμε τα πράγματα στη θέση τους. Ευελπιστώντας ότι επιτέλους οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας θα προσγειωθούν στη Γη ή ότι η οργή της κοινωνίας θα εκδηλωθεί με τέτοια ένταση ώστε να τους υποχρεώσει να πατήσουν στο έδαφος.

Είναι και οι δύο χρυσοπληρωμένοι αξιωματούχοι από τις τσέπες των φορολογούμενων πολιτών. Ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν τους πολίτες και το δημόσιο συμφέρον. Πρωτίστως, είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν την κοινή γνώμη για κάθε απόφασή τους. Ιδίως σε πολύκροτες υποθέσεις όπως η συγκεκριμένη.

Η απόφαση απαλλαγής του Πιττάτζη από κάθε κατηγορία πρέπει να επεξηγηθεί. Υπήρχαν τρεις πιθανότητες. Να επιχείρησαν να τον απαλλάξουν από τις κατηγορίες για να περάσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Προσφιλής μέθοδος την οποία ακολούθησαν σε πολλές περιπτώσεις. Πλην, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή.

Ως εκ τούτου, απομένει μια από τις άλλες δύο περιπτώσεις. Να μην μπόρεσαν να εξασφαλίσουν επαρκή στοιχεία ώστε να υποστηρίξουν την υπόθεση στο δικαστήριο. Να μην διέθεταν εξαρχής στοιχεία και να προχώρησαν στην απαγγελία κατηγοριών, απλώς και μόνο, προς ικανοποίηση της λαϊκής οργής.

Όποιο εκ των δύο και αν ισχύει, στο ίδιο σημείο οδηγεί: Αποκαλύπτει την ανεπάρκεια των ηγετών της Νομικής Υπηρεσίας. Γι’ αυτό και είναι υποχρεωμένοι να δώσουν εξηγήσεις στην κοινωνία. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε πως δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποία η Νομική Υπηρεσία δεν δίδει εξηγήσεις για κάποιες εξοργιστικές αποφάσεις της. Το ίδιο είχε πράξει και στην περίπτωση Κατσουνωτού, όταν ανακοίνωσε ότι δεν θα προχωρήσει με ποινικές ευθύνες, όπως το πόρισμα Αιμιλιανίδη εισηγείτο. Επικαλέστηκαν τότε λόγους δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους ουδέποτε εξήγησαν.

Αυτό το προβληματικό και συνάμα προκλητικό ανέλεγκτο του Γενικού Εισαγγελέα, υπενθυμίζουμε ότι έχει προ καιρού εκθέσει την Κύπρο. Έχει επισφραγιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σε έκθεσή της, διαλύει κάθε μύθο του Γενικού Εισαγγελέα. Συντρίβει κάθε δογματικό ισχυρισμό. Φωτίζει τη λεωφόρο στην οποία οφείλουν όλοι να πορευτούν. Έτσι ώστε να μπορέσει αυτός ο τόπος να μετατραπεί,  επιτέλους, στοιχειωδώς σε κράτος δικαίου.

 «Η απουσία της δυνατότητας αναθεώρησης των αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα να μην διώξει ή να διακόψει διαδικασίες, εγείρει ανησυχίες» αναφέρει συγκεκριμένα. Και προσθέτει: «Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η απουσία ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων των εισαγγελέων να μην ασκήσουν δίωξη έχει ως αποτέλεσμα υψηλό κίνδυνο απουσίας λογοδοσίας». Και το κερασάκι στην τούρτα: «…η Κύπρος είναι το μοναδικό κράτος μέλος στο οποίο δεν παρέχεται καμία μορφή αναθεώρησης τέτοιων αποφάσεων, ούτε δικαστική ούτε ιεραρχική».

Αυτό το γράψιμο της κοινωνίας στα παλαιότερα των υποδημάτων των Εισαγγελέων, με την απαξίωση να δίδουν εξηγήσεις για την όποια απόφασή τους, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία μηχανισμών ελέγχου των αποφάσεων ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αλλαγής τους, παραπέμπει στο μεσαίωνα. Όταν οι «άρχοντες» αποφάσιζαν κατά το δοκούν και ουδείς τους αμφισβητούσε. Ζώντας, όμως, στον 21ο αιώνα, απαιτείται πολιτική βούληση εκ μέρους της Κυβέρνησης και των κομμάτων για να μπει φραγμός στην πρόκληση. Παράλληλα, απαιτείται και μέγιστη κοινωνική πίεση.