Πριν τρεις μήνες ανακαλύφθηκε στην Κρήτη κύκλωμα που «παρήγαγε» και πουλούσε παιδιά, χρησιμοποιώντας ως μηχανές παραγωγής ευάλωτες οικονομικά γυναίκες από τρίτες χώρες. Οι γυναίκες που εκτελούσαν χρέη παρένθετης μητέρας, φιλοξενούνταν σε διάφορα υποστατικά και παρακολουθούντο ιατρικά και άλλως πως μέχρι τον τοκετό. Στη συνέχεια τα βρέφη πωλούνταν σε διάφορες χώρες σε αγοραστές γονείς που είχαν προαγοράσει το παιδί, εν μέρει βιολογικά δικό τους ή και όχι. Έναντι δεκάδων χιλιάδων ευρώ.
Αυτό είναι μόνο ένα μικρό παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος και που μπορεί να φτάσει για να αποκτήσει παιδί. Παράλληλα, στον ίδιο κόσμο, την ίδια ώρα, εκατομμύρια παιδιά είναι ανεπιθύμητα. Δεν έχουν, φυσικά, τα δικά μας γονίδια -έστω και ένα μέρος- και δεν είναι (όλα) μικρά, χαριτωμένα για να τα πλάσουμε όπως θέλουμε, να παίξουμε μαζί τους, να τα προσηλυτίσουμε στη δική μας θρησκεία και να ζήσουμε όλα τα στάδια της ζωής τους (έστω και χωρίς τις ωδίνες του τοκετού).
Στην Κύπρο, τη δεκαετία του ’80 πριν ακόμα η επιστήμη φτάσει εδώ που έφτασε και προτού καταρριφθούν κάποια ταμπού, πολλοί αγόραζαν στην κυριολεξία παιδιά από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Ήταν ανοικτόχρωμα, προέρχονταν από χριστιανικές χώρες και ήταν κυρίως επιλογή. Δεν κτύπησαν τα ίδια την πόρτα ζητώντας υιοθεσία ή έστω φιλοξενία.
Σήμερα, δεκάδες ανήλικοι έχουν φτάσει στην χώρα μας ζητώντας φιλοξενία. Τους έχουν βάλει οι δικοί τους σε βάρκες για να φύγουν μακριά από τις χώρες τους, πιστεύοντας πως αλλού θα είναι καλύτερα τα πράγματα για αυτούς. Σωστή ή λάθος κίνηση, δεν έχει σημασία. Αποτελεί μία πραγματικότητα που διαδραματίζεται δίπλα μας και ζητά επιτακτικά διαχείριση.
Ένα μικρό κράτος, προφανώς και δεν μπορεί να φορτωθεί τα δεινά του κόσμου. Νίπτοντας όμως τα χέρια, ειδικά όταν το πρόβλημα έχει ήδη δημιουργηθεί, δεν καταφέρνουμε τίποτα. Αντίθετα, η άρνηση βοηθά στη μεγέθυνση του. Ακόμα και το να παριστάνουμε πως η γονεϊκή αυτή στάση είναι πρωτοφανής και απάνθρωπη, αποτελεί υποκρισία. Αν μεταφερθούμε κάποιες δεκαετίες πίσω θα βρούμε ανάλογα παραδείγματα ανήλικων Κυπρίων που στέλνονταν σε κάποιο συγγενή, σε κάποιο γνωστό, σε κάποιο συγχωριανό, σε κάποιο άγνωστο -γνωστό του γνωστού- ή και στα τυφλά με εφόδιο την ελπίδα.
Για άλλη μια φορά, η μια κοινότητα μετά την άλλη θέτει βέτο στη μεταφορά ανηλίκων σε υποδομές που βρίσκονται στα όρια της ή γειτνιάζουν με αυτήν. Οι κοινότητες πιστεύουν ότι απειλούνται από την ύπαρξη 50-100 έφηβων (ως επί τω πλείστο) στα εδάφη τους. Η απειλή ωστόσο (μακροπρόθεσμα) καλλιεργείται με την περιθωριοποίηση και την απόρριψη. Αντίθετα, η αποδοχή επιφέρει ενσωμάτωση και ευγνωμοσύνη. Δημιουργεί παραγωγικούς ανθρώπους που δεν έχουν λόγο να μισούν τον τόπο. Αυτό δεν μεταφράζεται ως «κοπιάστε», αλλά διαχείριση μιας κατάστασης που έχει ήδη δημιουργηθεί.