Είναι μεγάλη τιμή για τον πολιτισμό μας που η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής προγραμμάτισε, Σεπτέμβρη μήνα, ειδική συνεδρία –έστω και έκτακτη, Παρασκευιάτικα- για να ασχοληθεί μαζί του. Έστω κι αν επρόκειτο ουσιαστικά για εθιμοτυπική συνάντηση γνωριμίας και ενημέρωσης με την Υφυπουργό.

Η συνεδρία κράτησε δύο ολόκληρες ώρες και οι οκτώ –πάλι καλά- παρόντες βουλευτές εμφανίστηκαν αυτή τη φορά ιδιαίτερα διαβασμένοι και ευαισθητοποιημένοι πάνω στα ανοιχτά ζητήματα, «βομβαρδίζοντας» με ερωτήσεις τη Λίνα Κασσιανίδου και τους συνεργάτες της. Πέρα, όμως, από τις ερωτήσεις έγινε και το πρωτοφανές να πέσουν επιτακτικά και ιδέες ουσίας για άλλα θέματα που άπτονται της πολιτιστικής πολιτικής, όπως για παράδειγμα η δημιουργία Μουσείου Συγγραφέων.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε αντίθεση με άλλες συνεδρίες κοινοβουλευτικών επιτροπών, δεν σημειώθηκε ούτε μια αντιπαράθεση ή διαφωνία μεταξύ των βουλευτών. Αντίθετα, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο ή και επαύξανε. Ήταν όλοι συντονισμένοι στο ίδιο μήκος κύματος λες και προέρχονται από το ίδιο κόμμα. Και μη μου πείτε ότι στον Πολιτισμό δεν έχουν και πολλά να χωρίσουν, γιατί παλιότερα πάντα προκύπτανε σημεία τριβής. Μπορεί το κλίμα αυτό να οφειλόταν στο γεγονός ότι έλειπε ο μονίμως αντιδραστικός -και καθηκόντως πνεύμα αντιλογίας- ο οποίος ήταν απασχολημένος να γράφει ανακοινώσεις κατά της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Δεν ξέρω.

Πάμε καλά, πάντως. Δεν έχουμε μόνο Υφυπουργείο Πολιτισμού πια, αλλά και δεδηλωμένη βούληση από τη Βουλή να ωθηθεί το κάρο έξω από τη λασπουριά που έχει κολλήσει εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι βαίνουν όλα καλώς και δεν είναι ακόμη ανοιχτά όλα σχεδόν τα κύρια μέτωπα και μάλιστα πάνω σε κρισιμότατα θέματα, που έχουν να κάνουν είτε με τον προϋπολογισμό, είτε με τη στελέχωση και το οργανόγραμμα, είτε με τις κτηριακές υποδομές, είτε με βασικές εκκρεμότητες πολιτικής και σημαντικά νομοσχέδια. Μήπως να σκεφτούμε να κάνουμε και ξεχωριστή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Πολιτισμού, που να συνεδριάζει κάθε εβδομάδα; Πώς θα τα προλάβουμε όλα αυτά;

Το σίγουρο είναι ότι αν εμφανιζόταν κάποιος ουρανοκατέβατος παρατηρητής προχθές στην Επιτροπή θα νόμιζε ότι η συζήτηση αφορούσε κάποιο… Υπερυπουργείο. Υπερυφυπουργείο, για την ακρίβεια. Και θα είχε την εξής εύλογη απορία: μα καλά, τόσα χρόνια πώς λειτουργούσε ο τομέας, κατακερματισμένος από εδώ κι από εκεί;

Θα άκουγε και την Υφυπουργό να διαβεβαιώνει για την ομαλή ένταξη του Τμήματος Αρχαιοτήτων, να σημειώνει ότι οι διαδικασίες κινούνται πλέον πιο γρήγορα και να επισημαίνει μέχρι και ότι τώρα είναι ακόμη πιο εμφανής η ανάγκη να διατηρήσει το τμήμα τις υπερεξουσίες του. Και δεν θα πίστευε ότι μόλις δύο χρόνια πριν ήταν το ίδιο πρόσωπο που είχε καταθέσει υπόμνημα στην ίδια Επιτροπή όπου χαρακτήρισε τη μεταφορά του Τμήματος Αρχαιοτήτων «κίνηση καταστροφική για το μέλλον του τόπου». Είχε βεβαίως άλλη ιδιότητα τότε, εκπροσωπούσε την Ερευνητική Μονάδα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Θα περίμενε κανείς ότι η Λίνα Κασσιανίδου θα κατάπινε τη γλώσσα της και θα έψαχνε δικαιολογίες μετά τη σχετική επισήμανση από βουλευτή. Αντίθετα, όμως, η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραδεχτεί ότι έσφαλλε. «Ομολογώ ότι είχα λάθος» είπε, χωρίς περιστροφές. Κι αυτό δεν είναι απλώς προς τιμή της, αλλά περνά κι ένα μήνυμα σε όσους εξακολουθούν να έχουν επιφυλάξεις για τη μετατροπή του Τμήματος Αρχαιοτήτων σε βασικό και προβεβλημένο πυλώνα πολιτικής σε μια ενιαία δομή με τον σύγχρονο πολιτισμό.

Δεν μπορούμε παρά να χαιρετήσουμε και τον ιδιαίτερο ζήλο που έχει επιδείξει μέχρι τώρα η Υφυπουργός στο θέμα της δημιουργίας νέας Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Για να ξεπλύνει έτσι το μεγαλύτερο όνειδος στην ιστορία του κυπριακού κράτους –όπως έχουμε χαρακτηρίσει μέσα από αυτή τη στήλη τη θεσμική αδιαφορία για την ανυπαρξία κρατικής βιβλιοθήκης στην Κύπρο. Το Υφυπουργείο όχι μόνο δηλώνει έτοιμο να προκηρύξει τον διαγωνισμό, αλλά και να τον ολοκληρώσει μέσα στους επόμενους μήνες (!).

Τα Υπουργεία Μεταφορών και Εσωτερικών έχουν ήδη πειστεί και απομένει ο… γνωστός μπαμπούλας, δηλαδή το Υπουργείο Οικονομικών. Το πολύ θετικό από τη συνεδρία είναι ότι τόσο οι βουλευτές όσο και το Υφυπουργείο αναγνωρίζουν ότι πέρα από το νέο κτήριο, που προορίζεται να ανεγερθεί στο σχετικό τεμάχιο επί της οδού Βύρωνος, εξίσου κρίσιμο είναι να γίνει μια ριζική αναθεώρηση του απαρχαιωμένου Νόμου περί της Κυπριακής Βιβλιοθήκης, αλλά και ολόκληρου του νομοθετικού πλαισίου.

Ενθαρρυντικό είναι και το γεγονός ότι οριστικοποιείται το προσχέδιο του νομοσχεδίου που προνοεί για την αναγνώριση της κοινωνικής και επαγγελματικής υπόστασης του καλλιτέχνη. Μέχρι σήμερα παραμένει «ανυπόστατος». Αναμένεται εντός του χρόνου να γίνει μια ανοιχτή διαβούλευση και μέχρι τον Γενάρη να κατατεθεί προς ψήφιση. Φαίνεται ότι κι αυτή η υπόθεση φτάνει σιγά- σιγά στο τέλος του δρόμου.

Αυτό για το οποίο όμως εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές ανησυχίες είναι το πλαίσιο των επιχορηγήσεων του ελεύθερου θεάτρου. Το Υφυπουργείο αιφνιδίασε πριν από λίγες μέρες παρουσιάζοντας ένα εμφανώς αλλαγμένο σχέδιο Θυμέλη, προσφέροντας ελάχιστα χρονικά περιθώρια στους εμπλεκόμενους να αντιδράσουν. Η Λίνα Κασσιανίδου διαβεβαίωσε τους βουλευτές ότι ζητήθηκε αύξηση του σχετικού κονδυλίου και τολμώ να πω ότι αυτή θα είναι και η μόνη της σωτηρία μέχρι την ερχόμενη Πέμπτη που θα γίνει η ανοικτή διαβούλευση με τη θεατρική κοινότητα. Αν εγκριθεί η αύξηση,  ίσως η διαβούλευση γίνει κατορθωτό να τεθεί σε άλλη βάση. Γιατί είναι σίγουρο ότι οι επηρεαζόμενοι θα εμφανιστούν στην Ιφιγενείας με πολύ άγριες διαθέσεις. Και πολύ χλωμό το κόβω να γίνει σοβαρή συζήτηση μέσα στις δύο ώρες που προσφέρονται.

Ελεύθερα, 17.9.2023