Το γεγονός ότι ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, αποτελεί κόκκινο πανί για την ευρωπαϊκή μας οικογένεια, στην οποία σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα ποντάρουμε τόσο πολλά, είναι αδιαμφισβήτητο.

Στις 8 του περασμένου Μαΐου ήταν προγραμματισμένο να μεταβούν στο Ισραήλ εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της «Ημέρας της Ευρώπης» (9/5/2023).

Όταν πληροφορήθηκαν ότι ο ακροδεξιός Μπεν-Γκβιρ επρόκειτο να εκπροσωπήσει την κυβέρνηση του Ισραήλ σε επίσημη συνάντηση μαζί τους, αποφάσισαν να ματαιώσουν το ταξίδι τους. Να μποϊκοτάρουν, να ασκήσουν ένα ειρηνικό μέτρο πίεσης.

Η αντιπροσωπεία της ΕΕ, μάλιστα, με επίσημη τοποθέτησή της που δημοσιεύτηκε στις 8/5, δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών για τους λόγους της επίμαχης απόφασης: «Δυστυχώς, αποφασίσαμε φέτος να ακυρώσουμε τη διπλωματική αποστολή, καθώς δεν επιθυμούμε να προσφέρουμε βήμα σε κάποιον, ο οποίος έχει απόψεις που αντίκεινται στις αξίες τις οποίες πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση».

Δεν επρόκειτο για μια τραβηγμένη κίνηση. Με την «Ημέρα της Ευρώπης» η γηραιά ήπειρος γιορτάζει την ειρήνη και την ενότητα. Ο ακροδεξιός Μπεν Γκβιρ και οι θέσεις του, όμως, κάθε άλλο παρά εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της περίστασης.

Πρόσφατα, ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ κοντραρίστηκε εντόνως στο εσωτερικό υπεραμυνόμενος της απόφασης για δημιουργία εθνικής φρουράς. Την προπερασμένη Παρασκευή, μάλιστα, ενόσω βρισκόταν στην Πάφο με την οικογένειά του δέχθηκε φραστικές επιθέσεις από συμπατριώτες του ακτιβιστές. Αντικείμενο των αντιδράσεων η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης στο Ισραήλ, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως σοβαρή απειλή για τη Δημοκρατία.

Όσα έχουμε σημειώσει στις πιο πάνω αράδες είναι καλά εμπεδωμένα σ΄ αυτούς που παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις. Η δε ματαίωση των εκδηλώσεων για την «Ημέρα της Ευρώπης» στο Ισραήλ τον περασμένο Μάιο λόγω του Μπεν-Γκβιρ, ακόμη απασχολεί τα ΜΜΕ της γειτονικής χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εφημερίδα Yedioth Ahronoth με πρόσφατο δημοσίευμά της (5/8/2023) χαρακτήρισε το όλο γεγονός ως διπλωματικό επεισόδιο.

Όλα αυτά όφειλε να τα έχει υπόψιν της η υπουργός Δικαιοσύνης, Άννα Προκοπίου, όταν αποφάσιζε στα μέσα της περασμένης εβδομάδας να τον συναντήσει στο κέντρο συντονισμού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην Παραμύθα. Δυστυχώς, δεν κράτησε τα προσχήματα κι έδωσε αφορμή να κατηγορηθεί ότι εξυπηρετεί τους σκοπούς ενός ανθρώπου, ο οποίος -δικαίως ή αδίκως- έχει ταυτιστεί με ιδέες κι απόψεις που αντίκεινται στα ιδεώδη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η δε προσπάθεια της κυβέρνησης να στείλει το μήνυμα ότι η συνάντηση της Παραμύθας ήταν άτυπη και πως «δεν παρεκκλίνουμε από την προσέγγιση της ΕΕ», αποτελούσε μια απονενοημένη ενέργεια για να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα.

Διότι η υπουργός ανήγαγε την υπό κρίση συνάντηση σε επίσημο γεγονός. Το συναπάντημά τους απαθανατίστηκε από πληθώρα φωτογραφιών, ενώ η ίδια έκανε λόγο για μια επίσκεψη που δεν ήταν «εθιμοτυπική και μόνο». Εξήγησε, μάλιστα, ότι με τον Μπεν-Γκβιρ «συζητήθηκαν διάφορα θέματα σε πολιτικό επίπεδο». Λίγο προηγουμένως τον είχε καλωσορίσει «εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Θα μπορούσε κάποιος να πει με κυνισμό ότι η Προκοπίου βοήθησε τον Μπεν-Γκβιρ, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την Κυπριακή Δημοκρατία που είναι καταδικασμένη να κινείται σε λεπτές γραμμές.
Το δε πλούσιο βιογραφικό της υπουργού εντείνει τα ερωτηματικά. Ανάμεσα σ’ άλλα, έχει μεταπτυχιακές σπουδές στις Δημόσιες Σχέσεις, εξειδίκευση σε θέματα πολιτικής και θρησκείας, ενώ είναι ιδρυτικό μέλος του Ελληνοισραηλινού Φόρουμ που ιδρύθηκε στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας Κύπρου-Ελλάδος-Ισραήλ. Με άλλα λόγια, είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται καλύτερα από τον οποιονδήποτε τον αντίκτυπο των ενεργειών της σε πολιτικό επίπεδο.

Γιατί, λοιπόν, επέλεξε να ρισκάρει με το προφίλ της Κυπριακής Δημοκρατίας;