Όταν ζεις σε μια χώρα στην οποία δεν τηρούνται οι νόμοι που ψηφίζονται με την ατιμωρησία να είναι πλέον κανόνας, ειδικά για τα μεγάλα, δεν περιμένεις πολλά όταν οι παραβάσεις είναι φαινομενικά μικρές. Ωστόσο όταν οι «μικρές» παραβάσεις καθίστανται επικίνδυνες, αναμένεις πως κάποιος θ’ ασχοληθεί και θα πάρει μέτρα.

Είναι πλέον οφθαλμοφανές πως έχει ξεφύγει από κάθε όριο η δράση ανόητων οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων, που γεμίζουν με συνθήματα ό,τι βρουν μπροστά τους. Δημόσια κτήρια, πάρκα, αξιοθέατα καθώς και τοίχοι σπιτιών, ειδικά εάν γειτνιάζουν με κάποιο στάδιο ποδοσφαιρικής ομάδας, αποτελούν στόχο των ανεγκέφαλων σε όλες τις πόλεις.

Η δράση των οπαδών όμως έχει επεκταθεί και στις πινακίδες τροχαίας στους αυτοκινητοδρόμους, σε κάποιες εκ των οποίων έχουν αναγραφεί συνθήματα όχι μίας αλλά περισσότερων ομάδων. Πρόκειται προφανώς για μια ακόμη ανεκδιήγητη μάχη επικράτησης, μεταξύ των οπαδών μεγάλων ομάδων κυρίως της Λεμεσού και της Λευκωσίας. Κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού-Λευκωσίας, είναι πλέον μετρημένες στα δάκτυλα οι πινακίδες τροχαίας που δεν έχουν συνθήματα του Απόλλωνα, της ΑΕΛ και του ΑΠΟΕΛ. Σε κάποιες από αυτές, μάλιστα, έχουν σβηστεί οι περιοχές που βρίσκονται στις εξόδους καθώς και τα όρια ταχύτητας, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο κάποιου ατυχήματος, ειδικά για οδηγούς αυτοκινήτων που δεν είναι εξοικειωμένοι με τους δρόμους της Κύπρου. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, εκατοντάδες τουρίστες που ενοικιάζουν αυτοκίνητα διακινούνται στους δρόμους της χώρας μας, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να τους προσφέρει ούτε την αυτονόητη υπηρεσία να γνωρίζουν το όριο ταχύτητας που πρέπει να τηρούν. Πέραν αυτού, πρέπει να διερωτώνται οι άνθρωποι πως σ’ ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπεται τέτοια απαράδεκτη κατάσταση.

Σε άλλες χώρες οι παραβάτες για τέτοια αδικήματα όταν συλληφθούν, καταδικάζονται σε κοινοτική εργασία και καθαρίζουν σε κοινή θέα τα συνθήματα που ανέγραψαν. Στη δική μας, ωστόσο, όχι μόνο οι συλλήψεις είναι ελάχιστες, αλλά οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν δρουν άμεσα για αποκατάσταση των βανδαλισμών, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να διαιωνίζεται. Η έλλειψη άμεσης δράσης σχετίζεται προφανώς και με τα μεγάλα κονδύλια που πρέπει να διατεθούν για τον καθαρισμό των πινακίδων, που ανέρχονται ετησίως σε πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ.

Είναι αυτονόητο πως το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στην Αστυνομία, που είναι η μόνη που μπορεί να προβεί σε συλλήψεις και να δρομολογήσει την τιμωρία όσων ανεγκέφαλων δεν σέβονται ιδιωτικές και δημόσιες περιουσίες. Ήδη στη Λάρνακα έπειτα από αίτημα του Δήμου, που ξοδεύει ένα μεγάλο κονδύλι αυτή την περίοδο για την απομάκρυνση συνθημάτων, η Αστυνομία ανέλαβε να καταρτίσει πλάνο για τη λήψη μέτρων, προκειμένου να περιοριστεί το φαινόμενο.

Πάντως δεν χρειάζεται και μεγάλη διερεύνηση για να διαπιστώσει κάποιος πως στις πλείστες των περιπτώσεων η αναγραφή συνθημάτων, σχετίζεται με τους οργανωμένους συνδέσμους οπαδών, που για λόγους που δεν αντιλαμβανόμαστε, συνεχίζουν να παραμένουν στο απυρόβλητο. Ένα παράδειγμα είναι η απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του σταδίου Αντώνης Παπαδόπουλος, όπου οι κάτοικοι τριών προσφυγικών συνοικισμών δεινοπαθούν από την οχληρία και την αναγραφή συνθημάτων.

Όπως και να έχει πάντως, πρέπει οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες να βρουν κονδύλια, όπως βρήκαν και οι πλείστοι Δήμοι, προκειμένου ν’ αφαιρεθούν άμεσα τα συνθήματα από τις πινακίδες και τα δημόσια κτήρια, που αποτελούν δυσφήμιση για τη χώρα μας.