Η είδηση που πέφτει όχι και τόσο ως κεραυνός εν αιθρία – θα έπρεπε να είμαστε μόνιμα υποψιασμένοι και με ανάλογα αντανακλαστικά υψωμένα – αφορά την ανακοίνωση των κατοχικών αρχών γι’ ανέγερση μικρού τεμένους στην ιστορική μονή του αποστόλου Αντρέα.
Δικαιολογημένες οι αντιδράσεις, ακόμα και στα κατεχόμενα δεν έλειψαν οι φωνές διαμαρτυρίας, γιατί δεν είναι από τα γεγονότα που μπορεί να τα προσπερνά κανείς ως λεπτομέρεια.
Αντίθετα, φανερώνουν βαθύτερες προθέσεις και διαθέσεις, που συνιστούν όχι μόνο ασέλγεια απέναντι στην θρησκευτική και πολιτισμική κληρονομιά του τόπου, αλλά και γενικότερα του ανθρώπινου πολιτισμού.
Απόλυτα εύστοχη η επισήμανση του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα επικίνδυνη ενέργεια, που μόνο σαν τέτοια μπορεί να αξιολογηθεί και μάλιστα από όποια όψη κι αν την αντικρύσεις. Η εμβληματική μονή, όπως αναδύεται το μεγαλείο της μέσα από την παράδοση, αποτελεί μέγιστο θρησκευτικό και πολιτισμικό κεφάλαιο για όλο τον κόσμο, γεγονός που αποδεικνύεται από την προσέλκυση χιλιάδων προσκυνητών, ιδιαίτερα στις 30 Νοεμβρίου και 15 Αυγούστου που γιόρταζε πριν από την τουρκική εισβολή.
Από την στιγμή μάλιστα που απετέλεσε και εφαλτήριο για συνεργασία με τις εργασίες αναστήλωσής της, υπό την εποπτεία της Δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά σε συνεννόηση με την UNDP και έτυχαν χρηματοδότησης από την Εκκλησία της Κύπρου και το ΕΒΚΑΦ, τέτοιου είδους παρενέργειες αποκαλύπτουν ότι οι κατακτητικές διαθέσεις είναι πλήρως εναρμονισμένες με σκοπούς που δεν συνιστούν τίποτε άλλο από την αλλοίωση και παραχάραξη του χαρακτήρα και της ιστορίας του τόπου.
Όταν μάλιστα σε θρησκευτικό επίπεδο, που αποτελεί το πιο γόνιμο έδαφος για ευδοκίμηση των στοιχείων του σεβασμού και της εκτίμησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στο πολιτισμικό κεφάλαιο, παρεισφρέουν τέτοιας μορφής ασέλγειες, τότε οι όποιες ελπίδες μπορούν πλέον να θεωρούνται φρούδες.
Έρχονται μάλιστα ως συνέχεια μιας συστηματικής ιεροσυλίας που συντελείται σε όλα σχεδόν τα κατεχόμενα εκκλησιαστικά μας μνημεία και η οποία επισυμβαίνει υπό καθεστώς πλήρους αδιαφορίας διεθνών οργανισμών και όσων όσοι εντέλλονται να επιδεικνύουν τουλάχιστο στοιχειώδεις ευαισθησίες. Σε μια μόνο από τις περιπτώσεις αυτές, υπενθυμίζουμε ότι το Γενάρη του 1992 η «αστυνομία» ξάφρισε το μοναστήρι και το απογύμνωσε από εκκλησιαστικές εικόνες και πολύτιμα αντικείμενα.
Δεν λείπουν, βέβαια, οι ανακοινώσεις αντίδρασης από φορείς, κόμματα, οργανώσεις και οργανωμένα σύνολα, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά από το ίδιο ανοσιούργημα θεατές. Ενίοτε, μάλιστα, ζητείται επιτακτικά η άμεση λήψη μέτρων.
Ενόσω, όμως, όλα γίνονται επιφανειακά και καθηκόντως, χωρίς βαθύτερο προβληματισμό και κυρίως με εκλιπούσα την ορθή πολιτική και άλλη προσέγγιση, απλά μετατρεπόμαστε σε απλούς θεατές των γεγονότων ή των «πραγματικοτήτων», όπως αρέσκεται να τις ονομάζει το κατοχικό καθεστώς. Κατά τα άλλα μπορούμε να επενδύουμε στο θετικό δήθεν κλίμα, το οποίο καταντά σκέτη κοροϊδία, που το ολιγότερο προσβάλλει ακόμα και τη νοημοσύνη…