Πολλοί φίλοι και φίλες από την Κύπρο με ρωτούν τι γίνεται τώρα με τον Αλέξη Τσίπρα; Τελείωσε για τον ΣΥΡΙΖΑ; Τι ρόλο θα παίξει στην εκλογή νέου Προέδρου; Και τι θα κάνει ο ίδιος πολιτικά;

Εύλογα ερωτήματα, που δεν απαντώνται εύκολα. Εκείνο που μπορώ να πω, έχοντας μιλήσει με ανθρώπους που είναι κοντά του και τον ξέρουν καλά, είναι ότι «είναι εξαντλημένος, κουρασμένος και απογοητευμένος». Θέλει να ξεκουραστεί – κάτι που, μεταξύ μας, δεν θα του το επιτρέψουν και πολύ οι περίπλοκες κομματικές διαδικασίες μέχρις ότου καταλήξουμε στο πρόσωπο στο οποίο και θα παραδώσει τη σκυτάλη της προεδρίας.

Είναι μόλις 48 ετών ο Αλέξης Τσίπρας. Ήταν «παιδί» όταν ανέβασε τη μη δογματική αριστερά στα δώματα της εξουσίας. Όχι μόνο δεν ήταν έτοιμος πολιτικά για αυτήν την ευθύνη (και δεν εννοώ ηλικιακά), αλλά έγινε πρωθυπουργός μέσα στην κάψα των Μνημονίων.

Εκείνες θα πρέπει να ήταν οι πιο δύσκολες μέρες του νεαρού πρωθυπουργού της Ελλάδας. Και οι τωρινές, μετά από την συντριπτική ήττα στις εκλογές από τον Μητσοτάκη, είναι μάλλον ακόμα πιο δύσκολες.

Θα χρειαστεί μια περίοδο, όχι μικρή σε διάρκεια, για να κάνει την επιβεβλημένη για τον ίδιο αποτοξίνωσή του – πολιτικά και ψυχολογικά.

«Ένα μικρό ρέκβιεμ για τον Τσίπρα», έγραψε για μας ένας άνθρωπος που έκαψε πολλά χιλιόμετρα στην Αριστερά, ο μουσικοσυνθέτης, δάσκαλος και διανοούμενος, Δημήτρης Οικονομάκης:

«Δεν χρειάζονται και πολλά δάκρυα για την πτώση ενός πολιτικού αρχηγού. Δεν πέθανε στο πεδίο της μάχης, απλώς αποδοκιμάστηκε από τους ψηφοφόρους του. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Συνήθως, της αποδοκιμασίας προηγείται η διάψευση των υποσχέσεων, των προσδοκιών που καλλιέργησε και η αδυναμία κατανόησης των αναγκών ή των αλλαγών της κοινωνίας. Και στο κάτω – κάτω όλοι οι αρχηγοί εκπλήρωσαν μεγάλο μέρος των προσωπικών φιλοδοξιών. Εντάξει, για την πατρίδα, αλλά αυτή η λαγνεία της εξουσίας δεν άφησε κανένα ασυγκίνητο.

Χαιρετούμε, λοιπόν, τον Αλέξη Τσίπρα. Παίζουν τα πρόσωπα τον ρόλο τους, δε λέω. Αλλά δεν ψηφίζουμε μόνο τους όμορφους. Για να υπάρχει κομματική συνέχεια σε ένα ιδεολογικό χώρο πρέπει να καλύπτει κάποια ανάγκη της κοινωνίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατανόησε έγκαιρα το θολό κύμα των αγανακτισμένων. Και σέρφαρε με μαεστρία επάνω του. Επενδύοντας στο λεξιλόγιο της οργής. Φαίνεται ότι ο “κύκλος του μίσους” τελειώνει. Η προεκλογική σιωπή του Πολάκη κάτι δείχνει. Η κοινωνία κουράστηκε από τις φωνασκίες. Κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα που αφορά σε ολόκληρο τον χώρο της Αριστεράς. Που γεννήθηκε σαν ιστορική ανάγκη πριν από δυο αιώνες. Αλλά είχε και σχέδιο για το μέλλον. Πρότεινε μια νέα κοινωνική οργάνωση. Με αυτό το όραμα ανδρώθηκαν τα κομμουνιστικά κόμματα κι έδωσαν ελπίδα στους καταπιεσμένους.

Πήραν την εξουσία στις γειτονικές μας χώρες, σύριζα την γλυτώσαμε, και τ’ όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη. Και γκρεμίστηκε μαζί με το τείχος των δακρύων στο Βερολίνο. Από τότε η κομμουνιστικογεννής Αριστερά ψάχνει απεγνωσμένα τον ρόλο της. Το ΚΚΕ παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο σε μια εκ νέου αποδοχή του σταλινισμού. Και το κομμάτι της “Ανανεωτικής Αριστεράς” με τα χίλια παρακλάδια της, που εκφράστηκε μέσα από τον Συριζα, βρίσκεται μπροστά από ένα στρατηγικό αδιέξοδο. Γιατί τα μνημόνια πέρασαν. Και το ζητούμενο είναι “τώρα τι λες;”.

Ποιο είναι το σχέδιο σου για την οργάνωση της κοινωνίας. Δεν αρκούν κάποια ευεργετικά μέτρα ή τα σύμφωνα συμβίωσης ή, άντε, οι Πρέσπες. Χρειάζεται μια πρόταση για το μέλλον. Η κεντροδεξιά το έχει. Διαχείριση του καπιταλισμού με λίγο ή περισσότερο φιλελευθερισμό. Η Σοσιαλδημοκρατία το έχει. Διαχείριση του καπιταλισμού με περισσότερο κοινωνικό κράτος. Αν και οι δυο γραμμές συχνά μπερδεύονται. Γι’ αυτό βλέπουμε και το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης των στελεχών των κομμάτων. Πόσο ΠΑΣΟΚ είναι η σημερινή Νέα Δημοκρατία ας πούμε;

Η Αριστερά όμως αρνείται μέχρι στιγμής το σοσιαλδημοκρατικό στίγμα. Αρνείται, ευτυχώς, και το ιστορικό πρόταγμα του ΚΚΕ. “Είμαστε εντός και εναντίον”, δήλωσε ο Τσακαλώτος για τον καπιταλισμό. Δηλαδή; Όσο το ερώτημα παραμένει μετέωρο έχω την αίσθηση ότι ο χώρος θα συρρικνώνεται στα επίπεδα του κόμματος διαμαρτυρίας. Έχει κι αυτό τη χρησιμότητα του αλλά δεν περιλαμβάνει τη λέξη “κυβερνησιμότητα”. Και κανένας λαμπερός ηγέτης δεν μπορεί πια να καλύψει το κενό. Θα δούμε…».