Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ αναφορά στο μίνι φόρεμα της Μαρίας Αντωνά από τη Ζήνα Κουτσελίνη και οι αντιδράσεις που ακολούθησαν, θέτουν εκ νέου το ερώτημα: Πόση ακόμη αυτοαναφορικότητα θα συνεχίζει να καταλαμβάνει άπλετο τηλεοπτικό χρόνο;
Δευτέρα πρωί. Η (παλιά τηλεοπτική καραβάνα και εξαιρετικά έμπειρη, επί δεκαετίες) Ζήνα Κουτσελίνη, καλωσορίζει τους τηλεθεατές μέσα από τη (νέα) της εκπομπή «Πρώτος καφές με τη Ζήνα» στο Star, και ξεκινά να σχολιάζει την «τηλεοπτική πραγματικότητα του Σαββατοκύριακου» – κάπου ανάμεσα στα σκηνικά, στα νούμερα τηλεθέασης και στις καινούργιες τηλεοπτικές συνθέσεις, αναφέρεται στην ενημερωτική εκπομπή «Mega Non Stop», με τους Ζήση Μούσιο, Βασίλη Τσεκούρα και Μαρία Αντωνά.
Στη Ζήνα Κουτσελίνη δεν αρέσει η διαμόρφωση του πλατό της συγκεκριμένης εκπομπής, θεωρεί ότι οι άνθρωποι στριμώχνονται, ότι ο ένας διεκδικεί χώρο από τον άλλον, και, εν τη ρύμη του λόγου της, ξεστομίζει: «Ένα μίνι, δύο άντρες και η ενημέρωση».
Μια φράση, μόλις επτά λέξεις – αρκετές, ωστόσο, για να πυροδοτήσουν έναν μικρό τηλεοπτικό «πόλεμο» που, μέσα σε λίγες ώρες, θα αποκτούσε πρωταγωνιστές, συμπρωταγωνιστές, υπερασπιστές, επικριτές, αναλύσεις, ερμηνείες, τηλεοπτικά παράθυρα και διαδικτυακές αναπαραγωγές.
Σαν ένα καινούργιο σήριαλ χωρίς σενάριο. Αλλά με πολυπληθές καστ.
Το δράμα ξεκινά
Η Μαρία Αντωνά απαντά την ίδια μέρα μέσω Instagram, επισημαίνοντας -σε γενικές γραμμές- πως η επαγγελματική παρουσία μιας γυναίκας δεν μπορεί να περιορίζεται στην ενδυματολογική της επιλογή. Ακολουθούν οι αντιδράσεις: η Σταματίνα Τσιμτσιλή, η Κατερίνα Καινούργιου, η Σίσσυ Χρηστίδου, ο Ποσειδώνας Γιαννόπουλος, η Τίνα Μεσσαροπούλου, ο Δημήτρης Παπανώτας, η Ελεονώρα Μελέτη, η Αντελίνα Βαρθακούρη, ο Δήμος Βερύκιος, η Ναταλί Κάκκαβα, η Ελένη Χατζίδου και αρκετά ακόμη πρόσωπα (εντός και εκτός πάνελ), παίρνουν θέση στο εν εξελίξει «δράμα».
Ο Γιώργος Λιάγκας, σύντροφος της Μαρίας Αντωνά, θα δήλωνε ευθαρσώς το μεσημέρι της Τρίτης πως είχε ήδη προβληματιστεί για το αν έπρεπε να ασχοληθεί τηλεοπτικά με το περιστατικό, επειδή δεν ήθελε να εμπλέξει την προσωπική με την επαγγελματική του ζωή.
Τελικά, το κάνει κι εκείνος. Και η ίδια η Ζήνα Κουτσελίνη επιστρέφει στο θέμα, ζητώντας δημόσια συγγνώμη από τη Μαρία Αντωνά, με την οποία, όπως ανέφερε στην εκπομπή της, είχε ήδη επικοινωνήσει προσωπικά διευκρινίζοντας πως δεν εννοούσε αυτό που της αποδόθηκε κι ότι τα λεγόμενά της παρερμηνεύτηκαν.
Όλα θεμιτά. Το ερώτημα, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: Πώς είναι δυνατόν ένα περιστατικό που, σε άλλες εποχές, θα καταλάμβανε δύο ή τρία λεπτά μιας τηλεοπτικής εκπομπής, ίσως ως μια απλή αναφορά ανάμεσα στα υπόλοιπα θέματα της ημέρας, να μετατρέπεται σε πρωταγωνιστικό γεγονός της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης; Πότε ακριβώς η τηλεόραση σταμάτησε να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και ξεκίνησε να παρατηρεί, με τέτοια εμμονή, τον εαυτό της;
Η τηλεόραση ως άλλος νάρκισσος
Υπάρχει μια παράξενη μορφή τηλεοπτικού ναρκισσισμού που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια, μια διαρκής ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, ένας καθρέφτης απέναντι από έναν άλλο καθρέφτη, που πολλαπλασιάζει την ίδια εικόνα μέχρι το άπειρο: Η μία εκπομπή σχολιάζει την άλλη, η δεύτερη απαντά στην πρώτη, μία τρίτη αναλύει την απάντηση, μια τέταρτη αναζητεί τα κίνητρα πίσω από την ανάλυση και, όταν επιτέλους τελειώσουν οι αντιδράσεις, ξεκινά ένας καινούργιος κύκλος σχολιασμού για το αν έπρεπε εξαρχής να υπάρξουν.
Ένα αέναο τηλεοπτικό γαϊτανάκι που δεν παράγει καινούργια πληροφορία (φυσικά ούτε και είδηση), αλλά ανακυκλώνει την προηγούμενη ατάκα, προσθέτοντας κάθε φορά λίγη περισσότερη ένταση. Σα να προσπαθείς να ξεδιψάσεις πίνοντας συνεχώς από το ίδιο άδειο ποτήρι.
Η αυτοαναφορικότητα της τηλεόρασης δεν αποτελεί φυσικά ελληνική «εφεύρεση». Είναι μέρος μιας ευρύτερης μετατόπισης των παραδοσιακών Μέσων ενημέρωσης, τα οποία, προσπαθώντας να επιβιώσουν μέσα στην αδηφάγο ψηφιακή πραγματικότητα και στους νέους «παίκτες» που διεκδικούν χρόνο, χώρο και (φυσικά) λεφτά από την ήδη κατακερματισμένη διαφημιστική πίτα που δίδεται στα media, καταλήγουν συχνά να υιοθετούν τους μηχανισμούς της: Την ταχύτητα, την υπερβολή, τη διαρκή αναζήτηση της σύγκρουσης, τη μικρή διάρκεια ζωής της πληροφορίας – τόση, ώστε να είναι αρκετή για να κάνουμε «ντόρο».
Το πρόβλημα είναι πως, στην προσπάθειά της να ανταγωνιστεί τα social media, η τηλεόραση κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη τέτοιο Μέσο, αντίστοιχο των πιτσιρικάδων – οι οποίοι, όμως, κάνουν πλάκα, και δεν παίρνουν καθόλου στα σοβαρά τέτοιου είδους θέματα. Και μάλιστα με ελάχιστο, έως καθόλου, κόστος παραγωγής και πολύ μεγαλύτερη πρωτοτυπία.
Ποια δημοσιογραφική αξία;
Κάποτε η τηλεόραση γεννούσε θέματα. Έβγαζε δημοσιογράφους στους δρόμους, ανακάλυπτε ανθρώπους, αναδείκνυε ιστορίες, δημιουργούσε γεγονότα μέσα από τη δύναμη του ρεπορτάζ. Οι πρωινές εκπομπές διέθεταν πακτωλό χρημάτων για αποστολές, συνεντεύξεις (και) με outsider πρόσωπα, κοινωνικές έρευνες, αποκλειστικότητες που μπορούσαν να τροφοδοτήσουν τη δημόσια συζήτηση για ημέρες – και, φυσικά, με την άνεση του χρόνου, που επιτρέπουν τέτοιου είδους παραγωγές ώστε να προσθέτουν κύρος και στα αντίστοιχα κανάλια που τις φιλοξενούσαν.
Σήμερα, πολύ συχνά, συμβαίνει το αντίστροφο: Οι τηλεοπτικές εκπομπές αναζητούν στα κινητά τηλέφωνα των συντελεστών τους όσα ήδη κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, τα αναπαράγουν, τα σχολιάζουν και τα επιστρέφουν εκεί απ’ όπου τα παρέλαβαν – ένα story στο Instagram γίνεται τηλεοπτικό θέμα, το τηλεοπτικό θέμα μετατρέπεται σε βίντεο στο YouTube, το βίντεο επιστρέφει στο Instagram ως reel και, την επόμενη μέρα, η τηλεόραση σχολιάζει τις αντιδράσεις που προκάλεσε το ίδιο το reel. Η απόλυτη ανακύκλωση. Με ελάχιστη προστιθέμενη δημοσιογραφική αξία.
Το παράδοξο είναι πως στην ελληνική τηλεόραση εξακολουθούν να εργάζονται εξαιρετικά ικανοί δημοσιογράφοι – άνθρωποι με ένστικτο, εμπειρία, δυνατότητα να αναγνωρίζουν μια ιστορία προτού αυτή γίνει είδηση. Γιατί, λοιπόν, δεν τους βλέπουμε συχνότερα να δημιουργούν πρωτότυπο περιεχόμενο; Είναι ζήτημα οικονομίας; Είναι τα περιορισμένα δημοσιογραφικά επιτελεία;
Είναι οι απαιτήσεις της καθημερινής τηλεοπτικής παραγωγής, που επιβάλλουν πολλές ώρες ζωντανού προγράμματος με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος; Ή μήπως είναι η ευκολία της αναπαραγωγής, που έχει πια μετατραπεί σε συνήθεια και η συνήθεια σε τηλεοπτική κουλτούρα;
Ίσως όλα μαζί, αφού η τηλεόραση «ανακάλυψε» εσχάτως πως η αυτοαναφορικότητα είναι (κυρίως) οικονομική: Δεν απαιτεί ταξίδια, πολυμελείς δημοσιογραφικές αποστολές, εβδομάδες έρευνας ή ιδιαίτερη προετοιμασία αλλά, αντίθετα, αρκούν μερικά αποσπάσματα από άλλες εκπομπές, ένα πάνελ πρόθυμο να σχολιάσει με συγκεκριμένους «ρόλους», μια διαφορετική άποψη που θα προκαλέσει την αντίδραση του επόμενου συνομιλητή και τούμπαλιν. Και ο τηλεοπτικός χρόνος γεμίζει.
Μόνο που, όλοι το ξέρουν, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο να γεμίζεις τηλεοπτικό χρόνο και στο να δημιουργείς τηλεοπτικό περιεχόμενο: το πρώτο είναι ζήτημα διαχείρισης, το δεύτερο απαιτεί έμπνευση, δουλειά, δημοσιογραφικό ένστικτο και, κυρίως, σεβασμό στη νοημοσύνη του τηλεθεατή.
Μήπως, όμως, με αυτό τον τρόπο, η τηλεόραση έχει συμβιβαστεί υπερβολικά εύκολα με τη συρρίκνωση της επιρροής της; Μήπως, αντί να αναζητεί τρόπους να προσελκύσει καινούργιους τηλεθεατές, περιορίζεται να μοιράζεται τους ήδη υπάρχοντες, προσφέροντάς τους περίπου το ίδιο περιεχόμενο από διαφορετικά στούντιο, αλλά με την ίδια μαγιά;
Η τηλεόραση ως δημιουργός και όχι ως σχολιαστής
Η λύση, βέβαια, δεν είναι να καταργηθεί ο τηλεοπτικός σχολιασμός. Ούτε να πάψουν οι παρουσιαστές να εκφράζουν τις απόψεις τους για τους συναδέλφους τους. Το ζητούμενο είναι η αναλογία: Να αποτελεί η αυτοαναφορικότητα ένα μικρό, συμπληρωματικό μέρος της τηλεοπτικής παραγωγής, και όχι τον κεντρικό της άξονα· να γεννιούνται ιστορίες μέσα από την τηλεόραση που, στη συνέχεια, θα αναπαράγονται αυτές στα ενημερωτικά sites, στο YouTube, στο TikTok και στις υπόλοιπες ψηφιακές πλατφόρμες και να πάψει να συμβαίνει το αντίστροφο.
Γιατί, στην τελική, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα: να ξαναγίνει η τηλεόραση δημιουργός και όχι απλώς σχολιαστής.
Όσο για το μίνι της Μαρίας Αντωνά; Ας μείνει εκεί όπου ανήκει: στην γκαρνταρόμπα μιας γυναίκας που έχει κάθε δικαίωμα να φοράει ό,τι θέλει. Διότι, στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό πρόβλημα της τηλεόρασης δεν είναι το μήκος μιας φούστας, αλλά το ολοένα και μικρότερο μήκος της δημοσιογραφικής της περιέργειας.
Ελεύθερα, 01.11.2026