Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜε αφορμή την προβολή της ταινίας του Μίνου Παπά «Motherwitch» διαβαίνουμε το άγριο, μα συναρπαστικό μονοπάτι του φολκλορικού τρόμου (στους κινηματογράφους Premier Cinemas και Rio μέχρι τις 4 Νοεμβρίου).
Μάγισσες, βρικόλακες, ξωτικά
Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά από το κυνήγι μαγισσών στο πρωτοποριακό «Witchfinder General» (1968), έφτασε η στιγμή να μας συστηθεί και η κυπριακή εκδοχή του φολκλορικού τρόμου. Το όνομα αυτής: «Motherwitch» (αλλιώς, «Δωδεκάμερον»). Η προβολή της ταινίας του Μίνου Παπά δίνει την αφορμή να ιχνηλατήσουμε αυτό το δυσπρόσιτο σημείο τομής, εκεί όπου συναντιούνται η λαογραφία, η λαϊκή παράδοση, ο παγανισμός και η προκατάληψη.
Στην πορεία θα οδηγηθούμε σε μέρη μακρινά κι απομονωμένα, σε δάση, βάλτους, κάμπους και χωριά, εκεί όπου ξυπνάνε πλάσματα τρομακτικά, μάγισσες, βρικόλακες και ξωτικά.
Μα προσοχή, όλα αυτά τα κακομούτσουνα «τέρατα» δεν έρχονται απλώς για να μας τρομάξουν. Η απωθητική τους όψη είναι στην πραγματικότητα καθρέφτης: στην γυαλιστερή του επιφάνεια παίρνουν σχήμα οι φοβίες, οι προκαταλήψεις, οι ενοχές και τα σκοτεινά μας μυστικά. Όσα θάψαμε παλιά, αναδύονται στην επιφάνεια και τα πάντα γύρω μας αλλάζουν. Η φύση γίνεται ξαφνικά ανοίκεια.
Όπως στην «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, οι θάμνοι, τα δέντρα, τα κακοτράχαλα μονοπάτια, οι γκρεμοί, οι σπηλιές κι οι θάλασσες μοιάζουν μάρτυρες κατηγορίας. Τα σπίτια μας γίνονται κλουβιά για να προστατευθούν από τον αλλόκοτο «ξένο». Η επιβίωση της μακαρίας μας κοινότητας, νήσου, χώρας, βρίσκεται υπό απειλή. Τότε κάτι -ή κάποιος- οφείλει να θυσιαστεί…
Τα δύο πρόσωπα της Τέχνης
Για παράδειγμα, οι καλικάντζαροι του «Motherwitch» ενσαρκώνουν τόσο το προσωπικό, όσο και το συλλογικό τραύμα. Από τη μια, έχουμε τον ασήκωτο πόνο της μάνας-ζωγράφου μετά από την τραγική απώλεια των παιδιών της. Και από την άλλη, την καταπίεση του απλού κόσμου της υπαίθρου από τους Βρετανούς αποικιοκράτες.
Οι «καλικάντζαροι», αυτά τα σχηματοποιημένα κατάλοιπα παγανιστικών παραδόσεων, ουσιαστικά σωματοποιούν τις ψυχικές πληγές της Κύπρου. Το πινέλο του καλλιτέχνη -όπως υπονοεί ο σκηνοθέτης- είναι το μόνο που δύναται να ενώσει τον προσωπικό και τον ομαδικό θρήνο. Όχι απωθώντας το τραύμα, αλλά εκθέτοντάς το σε όλη του την επώδυνη, αποκρουστική μορφή, δίνοντας του χρώμα και φωνή.
Μα είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως η Τέχνη δεν είναι πάντα λυτρωτική. Όπως είδαμε στο κλασικό «The Wicker Man» (1973) του Ρόμπιν Χάρντι, μπορεί κάλλιστα να εξελιχθεί σε όπλο χειραγώγησης. Τότε, ο αγγλοσαξονικός πουριτανισμός θα εκτεθεί σε σκοτσέζικο ντους ακολασίας.

Ο νόμος θα τυφλωθεί κι αυτός μέσα στο ανελέητο φως της άνοιξης. Και ο θεατής, ως άλλος αστυνόμος Χάουι, θα γίνει μάρτυρας σ’ ένα αιματοβαμμένο «θέατρο του παραλόγου». Η ποίηση, η μάσκα κι ο χορός, θα μετατραπούν σε εργαλεία αποπλάνησης, ωραιοποιημένες όψεις ενός ομαδικού φανατισμού που απαιτεί θυσία στους παγανιστικούς θεούς.
Η Τέχνη θα γίνει όργανο ψυχολογικού πολέμου κι ο «καλλιτέχνης» (σε αυτή την περίπτωση, ο ανατριχιαστικός Λόρδος Σάμεραϊσλ του Κρίστοφερ Λι) άρχοντας των σκιάχτρων, των ειδώλων και των μαριονετών.
Ανεράδες και άλλα φάσματα του έρωτα

Κάποτε, ο ήρωάς μας μοιάζει με αλαφροΐσκιωτο: βλέπει πλάσματα του μύθου να ξυπνούν σε κάμπους, βουνά και ρεματιές. Έτσι ερωτεύτηκε ο Βασίλης Μιχαηλίδης την Ανεράδα του, όταν τη συνάντησε τυχαία «σε μιαν ποταμοδκιάβασην». Μα ο λοξός κι απόλυτος έρωτας αφήνει μια γεύση πικρή στα χείλη, θα διαπιστώσει ο εθνικός μας ποιητής – και όχι μονάχα αυτός.
Αν θυμηθούμε την Βάλερι και την βδομάδα των θαυμάτων της στο «Valerie and Her Week of Wonders» (1970) του Γιάρομιλ Γίρες, θα εκλάβουμε την ερωτική έλξη ως ένα πλάσμα ακόμα πιο τρομακτικό. Η έφηβη ηρωίδα, στο μικρό και άγνωστο αριστούργημα του τσέχικου νέου κύματος, θα δει έντρομη το σώμα της να αλλάζει και τους «μεγάλους» γύρω της να υψώνονται σαν καταπιεστικές σκιές, βαμπίρ έτοιμα να κατασπαράξουν.
Και πάλι ο πουριτανισμός, με τον μανδύα ενός υποκριτικού καθολικισμού (και τη μάσκα μιας νυφίτσας) θα ανοίξει την πόρτα προς τον τρόμο – και ταυτόχρονα στο ασυνείδητο. Ο έρωτας της Βάλερι θα χάσει σιγά-σιγά την απαγορευμένη σκοτεινιά του και θα λάμψει, αφού προηγουμένως κάνουν το θαύμα τους τα μαγικά σκουλαρίκια της μαμάς.
Το τέλος του ψυχολογικού εφιάλτη θα συντελεστεί με τρόπο μαγικό, όπως επιτάσσει το τσέχικο σουρεαλιστικό πνεύμα της εποχής.
Η ψυχανάλυση του folk-horror
Όλα τα πιο πάνω θυμίζουν ψυχαναλυτικό εγχειρίδιο του Σίγκμουντ Φρόιντ. Και όντως, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Στον ήλιο του μεσημεριού (όπως συμβαίνει και στο πιο πρόσφατο σουηδικό «Midsommar» (2019) του Άρι Άστερ) είναι τα σκοτεινά δωμάτια του υποσυνείδητου που βγαίνουν, ουσιαστικά, στο φως.
Ο Τζον Τρούμπι, στο βιβλίο του «The Anatomy of Genres», χαρακτηρίζει τις ταινίες τρόμου ως «πρωτόγονο» είδος, ανατομία της υπαρξιακής μας αγωνίας. Ο φολκλορικός τρόμος επιχειρεί να την εκφράσει μέσα από ένα πίνακα συμβόλων. Έτσι, το ασυνείδητο ξυπνά συνήθως σε κάποιο κοιμισμένο δάσος, ο ήρωας φοράει μάσκες και προσωπεία προκειμένου να ανακαλύψει την άλλη του πλευρά (σκεφτείτε το γιν-γιανγκ της κινεζικής φιλοσοφίας, το αρσενικό-θηλυκό, το σκοτάδι και το φως).

Η νέα πραγματικότητα, σκορπίζει ένα αιματοβαμμένο χάος, μέσω μιας αίρεσης ή άλλης βίαιης εκτροπής. Τότε, η κοινότητα χάνει τον εαυτό της. Εκείνη την στιγμή, αν κοιταχτεί στον καθρέφτη πιθανό να δει ένα τέρας. Ποιο είναι αυτό;
Αν το δούμε εντελώς φροϋδικά, είναι το Υπερεγώ (η καταδικαστική φωνή της κοινωνίας) που επιβάλλεται με περίσσιο φανατισμό επάνω στο Εγώ του ταλαιπωρημένου μας ήρωα. Κάτω από αυτή την οπτική, τα τέρατα του φολκλορικού τρόμου μπορεί να είναι πολιτικά ή κοινωνικά. Ή όσα κρύβονται βαθιά μες στην ψυχή μας.
Ελεύθερα, 01.11.2026