Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ο διακεκριμένος ποιητής και εκδότης επισημαίνει ότι κάθε λεπτό ζωής το έχουμε κλέψει από τον θάνατο.

Για πάνω από μισό αιώνα, καλλιεργεί μια ποίηση που ανασκάπτει το αθέατο υπόστρωμα των πραγμάτων κάτω από την επιφάνεια των λέξεων. Ολιγογράφος, με έργο πυκνό σε στοχασμό και διανοητική ένταση, αντιμετωπίζει το ποίημα ως διαρκή απόπειρα σύλληψης του μυστηρίου του κόσου, εκεί όπου η γλώσσα συναντά τη σιωπή, η έκπληξη τη γνώση και η επίγνωση του θανάτου το φούντωμα της ζωής. Παράλληλα με την ποιητική του διαδρομή, υπηρέτησε επί τρεις δεκαετίες τον λογοτεχνικό περιοδικό Τύπο ως συνεκδότης και συνδιευθυντής της «Λέξης», ενός εντύπου που άφησε το δικό του αποτύπωμα. Η επίσκεψή του στη Λευκωσία, με αφορμή εκδήλωση του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής, συμπίπτει και με την πρόσφατη κυκλοφορία του νέου βιβλίου του «Ποίηση και Ποιητική», με σκέψεις και εμπειρίες μιας ζωής αφιερωμένης στην ποίηση. Τον συναντήσαμε και μάς μίλησε για την αστραπιαία στιγμή που ονομάζουμε ζωή και τις δονήσεις που μετασχηματίζονται σε ποιητική ύλη.

–Ποια εικόνα από τα παιδικά σας χρόνια επιστρέφει συχνά στη μνήμη σας; Η πρώτη-πρώτη εικόνα είναι από την Αμοργό, απ’ όπου κατάγονται και οι δύο γονείς μου. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά έτυχε να ήμαστε εκεί όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός της Αμοργού τον Ιούλιο του 1956. Ήμουν τριών ετών κι έχω ακόμα προ οφθαλμών την εικόνα του τεράστιου κύματος. Στην αρχή, τράβηξε όλα τα νερά προς την έξοδο του λιμανιού. Mετά κατέφθασε με τεράστια βοή ένα τσουνάμι τόσο δυνατό που πέταξε όλα τα καΐκια και τις βάρκες μέσα στους ελαιώνες. Ήταν από τους ισχυρότερους στον ευρωπαϊκό χώρο τον 20ό αιώνα – 7.7 ρίχτερ. Είναι η πρώτη έντονη ανάμνηση στη ζωή μου.

–Νιώθετε ότι μια τόσο έντονη εμπειρία συνδέεται κάπως με τη μετέπειτα πορεία σας; Δεν μπορώ να το πω, τουλάχιστον όχι με άμεσο τρόπο. Δεν γνωρίζω κατά πόσον αυτός ο εξωτερικός σεισμός μεταφράστηκε και σε εσωτερικές δονήσεις. Ποιος ξέρει; Στην ποίηση υπάρχει μια συμπύκνωση και μια απόσταξη τόσο των εμπειριών από τον πραγματικό κόσμο, όσο και από τον φανταστικό. Εξίσου έντονη εμπειρία είναι και η ανάγνωση ενός βιβλίου που σε ταρακουνάει, όπως επίσης ένα θέαμα, ένα ακρόαμα. Ακόμα και κάτι που το φαντάζεσαι με μεγάλη ένταση.

–Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή στη ζωή σας κατά την οποία αποφασίσατε ότι θα πάρετε αυτόν τον δρόμο; Μα δεν το αποφάσισα ποτέ! Για να είμαι ειλικρινής, ούτε και τώρα νιώθω ότι έχω αποφασίσει ακόμα (γέλια). Αν με ρωτούσε κανείς τι θα γίνω όταν  «μεγαλώσω», πάλι μπροστά στα ίδια διλήμματα που είχα σε μικρή ηλικία θα βρισκόμουν. Αν έπαιξε κάτι ρόλο σ’ αυτή τη στροφή, αυτή την αγάπη ποίησης, είναι τα ποιήματα που άρχισα να διαβάζω μικρός, κυρίως στα σχολικά βιβλία. Μολονότι στα αναγνωστικά του Δημοτικού προτιμούν πιο απλοϊκά και αφελή ποιήματα, μ’ είχε εντυπωσιάσει η δύναμη που έχει η ποίηση να συμπυκνώνει, να διηθεί και να στοχεύει στην ουσία των πραγμάτων. Ακόμα κι οι εικόνες και τα γεγονότα, μέσα στην ποίηση μετασχηματίζονται με τρόπο μεταφορικό, μετωνυμικό, παραβολικό.

–Πόσο δύσκολο ήταν να επιλέξετε έναν τόσο αντισυμβατικό δρόμο για την εποχή σας; Ποτέ δεν το αποφάσισα συνειδητά. Ήταν κάτι το οποίο ήρθε από μόνο του και λίγο-λίγο. Ήδη από 11-12 χρόνων άρχισα να γράφω και να δημοσιεύω ποιήματα, αρχικά σε νεανικά έντυπα, αργότερα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έβγαλα την πρώτη μου συλλογή 16 χρόνων κι όλα περνούσαν με τρόπο φυσιολογικό μέσα μου. Δεν θεώρησα ότι κάνω κάποια επανάσταση ή κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που κάνουν οι περισσότεροι. Από την άλλη, μ’ ενδιαφέραν και μ’ ενδιαφέρουν κι άλλα πράγματα, όπως η γνώση. Στο σχολείο ήμουν πάντα άριστος μαθητής, δεν δημιούργησα υποψίες και ανησυχίες ακόμα και στο οικογενειακό περιβάλλον.

–Πώς είστε στην καθημερινότητά σας όταν δεν γράφετε; Όπως όλοι οι άλλοι. Μ’ ευχαριστεί η επαφή με τους ανθρώπους και η επαφή με τη φύση, ιδίως τη νησιωτική. Περνάω κάθε καλοκαίρι μεγάλο μέρος του χρόνου μου στην Αμοργό. Είναι σημαντική αυτή η πραγματική και φαντασιακή σύνδεση με γνωστούς και αγνώστους, οι οποίοι έχουν ανάλογα ενδιαφέροντα. Οφείλω να πω ότι ο χρόνος που γράφω είναι ελάχιστος, ένα μικρό ποσοστό του συνολικού χρόνου της ζωής μου εν συνόλω. Μπορώ να πω ότι η σχέση μου με τη λογοτεχνία είναι περισσότερο αναγνωστική, παρά συγγραφική. Έχω διαβάσει εκατονταπλάσια ή χιλιαπλάσια περισσότερα ποιήματα από όσα έχω γράψει. Εδώ που τα λέμε, έχοντας κιόλας ξεκινήσει τόσο νωρίς, νομίζω ότι είμαι από τους πιο ολιγογράφους. Έχω δημοσιεύσει περίπου 300 ποιήματα. Βέβαια, εγώ θεωρώ ότι είναι και πολλά, αν τα συγκρίνω λ.χ. με τα 154 του Καβάφη. Εκλαμβάνω περίπου σαν ύβρι το γεγονός ότι έχω δημοσιεύσει διπλάσια από τον Καβάφη.

-Εντάξει, υπάρχουν κι αυτοί που γράφουν ασταμάτητα και δημοσιεύουν ελάχιστα… Αφιερώνω χρόνο στην ανάγνωση και άλλες δραστηριότητες και η αλήθεια είναι ότι έχουν περάσει μεγάλα διαστήματα στα οποία δεν έχω γράψει ούτε γραμμή. Ποτέ δεν ακολούθησα το λατινικό ρητό «Nulla dies sine linea», δηλαδή να μην περνά ούτε μέρα χωρίς να γράψεις έστω μία γραμμή. Ίσα-ίσα, περνούσαν και μήνες ολόκληροι που δεν είχα γράψει ούτε λέξη. Τα ποιήματα των περισσότερων συλλογών τα έγραψα σε συμπαγή χρόνο. Μπορεί να μην έγραφα τίποτα για 8 ή 10 μήνες και μέσα σε 1-2 μήνες να γραφόταν ένας αριθμός ποιημάτων. Γι’ αυτό πολλές φορές υπάρχει διασύνδεση των ποιημάτων μου μεταξύ τους. Είναι λίγο σαν παζλ, όπου κάθε ποίημα έχει την αυτονομία του, αλλά παράλληλα σχηματίζει μια ευρύτερη εικόνα μέσα στη συλλογή.

«Κάθε λέξη έχει γύρω της μία άλω».

-Το βλέπετε περισσότερο σαν μια συνομιλία με τη λογοτεχνία και την ανάγνωση ή με δικά σας ερεθίσματα και ανησυχίες; Το δεύτερο, βέβαια. Μ’ ενδιέφερε ακριβώς μέσα από τα ποιήματα να προκύπτει μία συγκεκριμένη οπτική και να υπάρχει μια διανοητική εννοιολογική βάση. Δηλαδή, να μην είναι ένα είδος ποίησης που εξαντλείται στην ωραιολογία και την επιφανειακή αισθηματολογία. Να είναι ποιήματα που δεν ξεφεύγουν από το συγκινησιακό και συναισθηματικό πλαίσιο. Κατά τη γνώμη μου, η ποίηση είναι μια τέχνη της συγκίνησης, ακόμα κι αν η συγκίνηση αυτή συνδέεται μ’ ένα νοητικό υλικό, το οποίο έχει μετασχηματιστεί. Ακόμα και μια σκέψη, μια ιδέα ή μια εικόνα που σε απασχολεί, προκειμένου να γίνει ποίημα πρέπει να περάσει από τον μετασχηματισμό σε συναίσθημα. Προσπαθώντας να βρω έναν ορισμό, έχω αναφερθεί σ’ ένα «ρυθμικά σκεπτόμενο αίσθημα». Αυτές είναι οι τρεις σημαντικότερες συνιστώσες στην οικοδόμηση ενός ποιήματος: ο ρυθμός, το διανοητικό φορτίο και το συναίσθημα.

–Είστε συμφιλιωμένος με τη ζωή που ζήσατε; Συμφιλιωμένος είμαι και αισθάνομαι και ευγνώμων προς τη ζωή για το γεγονός ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω και να δουλέψω πάνω σε πράγματα που πραγματικά μ’ ενδιέφεραν. Πέρα από την ποίηση καθαυτή, από το 1981 μέχρι το τέλος του 2010, επί 30 χρόνια, ήμουν συνδιευθυντής και συνεκδότης της Λέξης. Θεωρώ ότι ήταν ένα σοβαρό εγχείρημα στον λογοτεχνικό περιοδικό τύπο που μου έδωσε την ευκαιρία να υπάρξω σ’ έναν χώρο μαζί με άλλους ανθρώπους της ίδιας κλίσεως, νοοτροπίας και αγάπης προς τη λογοτεχνία. 

–Τι σας έμαθε η Λέξη για τους ανθρώπους της λογοτεχνίας; Είναι ευτύχημα ότι είχα τη χαρά μέσω του περιοδικού, αλλά και μέσω των γνωριμιών που είχα αποκτήσει από την έκδοση των δικών μου βιβλίων, να συναναστραφώ ανθρώπους οι οποίοι, πέρα από το θαυμαστό ταλέντο τους, είχαν κι ένα υπόβαθρο μεγάλης καλλιέργειας, ήταν άνθρωποι με ανοιχτό πνεύμα, χαριτωμένοι, με χιούμορ, με αγάπη προς τη ζωή και τη δημιουργία.

–Είναι κανόνας ότι οι λογοτέχνες είναι χαριτωμένοι, καλλιεργημένοι και ανοιχτοί; Είναι κανόνας με πολλές εξαιρέσεις.

–Τι δεν έχει κατορθώσει ακόμη να σας προσφέρει η ποίηση; Δεν υπάρχει κάτι που μπορώ να της καταλογίσω. Εγώ, σίγουρα δεν της έχω προσφέρει όσα εκείνη θα μπορούσε να περιμένει. Αλλά ο καθένας δίνει και αποδίδει στο βαθμό των ικανοτήτων και της δυνατότητας που του προσφέρεται να αποδώσει.

«Είναι πιο σημαντικό ν’ ανακαλύψεις και να ζήσεις την ποίηση που σε περιβάλλει παρά να γράψεις ένα ωραίο ποίημα.»

–«Λυπάμαι/ Που μάλλον μιλάω/ Μια γλώσσα νεκρή» γράψατε. Εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι μιλάτε μια «γλώσσα νεκρή»; Αναφέρομαι στις κλασικές νεκρές γλώσσες, όπως τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Μια τέτοια γλώσσα είναι και η ποίηση, υπό την έννοια ότι ενώ είναι πολύ σημαντική, δεν είναι κοινώς ομιλούμενη. Στην πραγματικότητα αφορά ένα μικρό τμήμα του γενικού πληθυσμού, για να είμαστε ρεαλιστές. Και μολονότι θεωρείται τέχνη του λόγου, θα επαναλάμβανα την πεποίθησή μου ότι είναι περισσότερο μια τέχνη της σιωπής. Υπό την έννοια ότι χρησιμοποιεί τον λόγο με φειδώ, σίγουρα με πολύ μεγαλύτερη φειδώ απ’ ότι οποιοδήποτε άλλο είδος λόγου. Χρησιμοποιεί τη λέξη με μεγάλη προσοχή και οικονομία, μόνο εκεί που δεν μπορεί να την αποφύγει.

–Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει στο πεδίο της γλώσσας; Γιατί να με φοβίσει κάτι; Θεωρητικά θα μπορούσε να με φοβίσει μόνο το γεγονός ότι ποτέ κανένας δεν θα μπορέσει να εισχωρήσει στα μυστικά της γλώσσας μέχρι τις τελευταίες της εσχατιές, ούτε να τη μάθει σε όλες τις διαστρωματώσεις και συνδηλώσεις. Κάθε λέξη είναι ένας κορμός που βγάζει πολλά κλαδάκια και παρακλάδια, σημασιολογικά και συναισθηματικά. Κάθε λέξη έχει γύρω της μία άλω, ένα φωτοστέφανο που αποτελείται από πολλά στοιχεία. Αυτά κανείς ποτέ δεν μπορεί να τα μάθει στο σύνολό τους.

–Τι υπάρχει μέσα στην ποίηση που δεν είναι ποίηση; Πιστεύω ακράδαντα ότι η ποίηση σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με τα ποιήματα, που είναι μια μικρή, αχνή εικόνα της. Η ποίηση υπάρχει και λειτουργεί και ερήμην του λόγου, ερήμην της λογοτεχνίας και ερήμην της ίδιας της ποίησης. Υπάρχει ποίηση και έξω από την ποίηση. Είναι περισσότερο ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο, να συνειδητοποιείς την ύπαρξη τη δική σου, των άλλων, του σύμπαντος και της πραγματικότητας που σε περιβάλλει. Και πολύ λιγότερο να μιλήσεις για τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα. Το ποίημα είναι μια απόπειρα – τις περισσότερες φορές αποτυχημένη – να αποτυπώσεις την ευρύτερη αίσθηση της ποίησης, της ποιητικότητας, που υπάρχει παντού, μέχρι το μικρότερο στοιχείο του κόσμου. Είναι πιο σημαντικό ν’ ανακαλύψεις και να ζήσεις την ποίηση που σε περιβάλλει παρά να γράψεις ένα ωραίο ποίημα.

–Εννοείτε ότι η ποίηση είναι ελεύθερη στη φύση; Η φύση είναι από μόνη της ένα τεράστιο ποίημα. Ζούμε μέσα σ’ ένα τεράστιο ποίημα ή σε άπειρα μικρά. Μάλιστα, μολονότι η ποίηση υπάρχει παντού, δυστυχώς συχνά δεν υπάρχει σε πολλά γραφόμενα ποιήματα, που είναι ανενεργά. Τις πλείστες φορές δεν νιώθουμε κάποια συγκίνηση διαβάζοντας. Είναι μια παράθεση γεγονότων, αναμνήσεων, εικόνων, ιστοριών, συναισθημάτων. Για να μας αγγίξει κάτι πρέπει να υπάρχει αισθητική ένταση και το στοιχείο της έκπληξης.

–Πού βρίσκουμε την έκπληξη; Για να σε εκπλήξει κάτι, πρέπει κι αυτό να έχει ξεκινήσει από μια έκπληξη. Κάποιος που ασχολείται με την ποίηση καλό είναι πρωτίστως να έχει διατηρήσει όσο γίνεται την παιδική έκπληξη και απορία απέναντι στο φαινόμενο του κόσμου. Επειδή είναι κάτι που ποτέ δεν μπορεί να έχει οριστική απάντηση. Η έκπληξη αυτή είναι διηνεκής. Δεν μπορείς να εξηγήσεις πραγματικά κάτι για την προέλευση και τη σύσταση του κόσμου. Η δυσκολία έγκειται στο να μετασχηματίσεις την έκπληξη αυτή μέσω του λόγου. Πολλές φορές έχουμε την ψευδαίσθηση πως όταν μιλήσουμε για κάτι που μας συγκινεί, η συγκίνηση θα περάσει και στον αναγνώστη. Αυτό είναι από εντελώς αδύνατο έως σπάνιο. Το ποίημα δεν είναι σελίδα ημερολογίου για να γράφουμε τι σκεφτήκαμε, τι νιώσαμε, τι ζήσαμε.

–Λέτε ότι δεν μάς χρειάζεται και τόσο η ποίηση; Η ποίηση μάς χρειάζεται ως νύξη για την ύπαρξη της ποίησης. Το ποίημα χρειάζεται ως γέφυρα για να περάσουμε προς την αληθινή και τη μεγάλη ποίηση. Να είναι δηλαδή κάτι το οποίο να μας υπενθυμίσει ότι η ποίηση υπάρχει, ασχέτως αν δεν υπάρχει μέσα στο ίδιο το ποίημα.

«Κάθε λεπτό που ζούμε το έχουμε κλέψει από το θάνατο».

–Ο θάνατος είναι από τα σταθερά θέματα των ποιημάτων σας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι η εποχή μας μοιάζει να έχει βαλθεί να τον αναβάλει επ’ αόριστον, επενδύοντας στη μακροζωία, με όχημα την επιστήμη ή την ψευδοεπιστήμη; Η επέκταση της ζωής, με όποιο τεχνητό τρόπο κι αν επιτευχθεί, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να οδηγήσει στην αθανασία. Ευτυχώς. Γιατί η προοπτική του θανάτου στην πραγματικότητα προσδίδει πολύ μεγαλύτερη ένταση στη βίωση τη ζωής. Εάν ξέρουμε ότι υπάρχει ημερομηνία λήξης, έστω και κρυφή, συνειδητοποιούμε ότι κάθε στιγμή είναι πολύτιμη, ότι κάθε λεπτό που ζούμε το έχουμε «κλέψει» από το θάνατο.

–Μεγαλώνοντας και γράφοντας, έχει αλλάξει κάτι και στον τρόπο που αντιμετωπίζετε τον θάνατο; Απολύτως τίποτα, διότι δεν έχει αλλάξει η ίδια η έννοια του θανάτου. Εδώ που τα λέμε, δεν μας απασχολεί ο θάνατος καθαυτός, διότι όπως είχε γράψει κι ο Επίκουρος στην περίφημη «Επιστολή προς Μενοικέα», τον θάνατο δεν θα τον συναντήσουμε ποτέ, ούτε αυτός εμάς. Όποτε είμαστε εμείς εδώ, εκείνος λείπει κι όταν έρθει εκείνος, θα λείπουμε εμείς. Άρα, δεν είναι ο θάνατος το πρόβλημα. Το ισόβιο πρόβλημα που έχει κανείς από τη στιγμή που συνειδητοποιεί τον εαυτό του είναι ο φόβος του θανάτου. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι παράκαμψης ή απάλυνσης αυτού του φόβου. Ο πιο διαδεδομένος είναι η πίστη σε κάτι, μια θρησκεία, μια φιλοσοφία. Επίσης, μια παρηγορητική σκέψη είναι αυτή του Μάρκου Αυρήλιου, που στα κείμενα «Τα εις εαυτόν» λέει ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε το θάνατο, διότι αυτό που χάνουμε δεν είναι ούτε το παρελθόν (που είναι ήδη χαμένο), ούτε το μέλλον (δεν μπορεί κανείς να χάσει κάτι που δεν έχει) και άρα αυτό που μένει είναι η αστραπιαία στιγμή. Είναι ένα κλάσμα δευτερολέπτου, που απλώς ανανεώνεται διαρκώς μέσα στη ζωή: το Τώρα. Αυτό το Τώρα είναι που χάνουμε. Κι είναι το ίδιο για κάποιον που θα πεθάνει στα 20 χρόνια, όσο και για κάποιον που θα πεθάνει στα 100.

-Αν από το «Θα και το να του θανάτου», στο γνωστό σας ποίημα, αυτό είναι το «Θα», τότε το «Να» ποιο είναι; Το ποίημα λέει «Με τόσα θα και τόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος/ Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη η ζωή». Λοιπόν, το «Θα» είναι η βεβαιότητα του τέλους και το «Να» είναι μια προστακτική ότι πρέπει να κάνεις πράγματα ενόσω ο θάνατος δεν έχει φτάσει ακόμα.

–Μπορεί η ποίηση να αντιστρέψει την παράνοια στην οποία κατρακυλάει ο κόσμος; Τίποτα δεν μπορεί να κάνει. Το να λέμε ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο είναι φληναφήματα, μεγαλοϊδεατισμοί! Ποια σοβαρή επανάσταση ξεκίνησε μ’ ένα ποίημα; Η ποίηση δεν μπορεί να επηρεάσει τη ροή της μεγάλης ιστορίας, μπορεί μόνο να επηρεάσει με κάποιον τρόπο τη ροή της μικροϊστορίας. Δηλαδή, ατομικά. Η ανάγνωση ενός ποιήματος δεν σε βοηθά να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά βοηθά να μη σε αλλάξει ΕΣΕΝΑ ο κόσμος. Κάτι είναι κι αυτό. Εξυπακούεται, όμως, ότι μιλάμε για ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την ποίηση και την προσεγγίζουν με διάθεση να την προσδεχθούν, να την υποδεχθούν, να την αφομοιώσουν.

–Γιατί γράφετε τότε; Είναι μόνο μια ανάγκη; Είναι όντως μια εσωτερική ανάγκη, η οποία ενδεχομένως να μην εκδηλώνεται καν έτσι εξαρχής. Πολλές φορές ωραιοποιούμε τα πράγματα, τα μυθοποιούμε. Η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότεροι που αρχίζουμε να γράφουμε το κάνουμε με κίνητρα σχεδόν υστερόβουλα. Ο Ζαν Ζενέ έλεγε «Γράφω για να με αγαπούν». Είναι ένας σημαντικός λόγος, αλλά δεν παύει να είναι υστερόβουλος. 

–Ο Ζενέ υπονόησε επίσης ότι έγινε συγγραφέας για να μη γίνει φονιάς…  Κι αυτό υστερόβουλο είναι. Όπως όταν λες ότι γράφεις για να μην πας στον ψυχαναλυτή. Δεν είναι μια πονηρή ή ανήθικη, αλλά μια ευγενής υστεροβουλία. Τουλάχιστον σε οδηγεί κάπου που εκ των πραγμάτων υπάρχει μια πνευματικότητα. Συνήθως, ξεκινάμε με άλλες σκοπιμότητες και λίγο- λίγο, όσο προχωρούμε προς την ενδοχώρα της ποίησης, συναντούμε τοπία που δεν είχαμε φανταστεί και μαγευόμαστε. Αυτό που μας απορροφά είναι η ίδια η τέχνη κι όχι η χρήση της.

«Αυτό που μένει είναι η αστραπιαία στιγμή».

-Είναι κακό να γράφεται κακή ποίηση; Καθόλου. Και μόνο που ασχολείται κανείς με μια πνευματική δραστηριότητα είναι σημαντικό. Υπάρχει μια πολύ ενδεικτική ιστορία την οποία αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος σε σχέση με τον Διογένη τον Κυνικό, ο οποίος παρακολουθούσε μια μέρα στην αγορά μια ομάδα ανθρώπων γύρω από έναν σωματώδη και ρωμαλέο τύπο, ο οποίος έπαιζε άτεχνα λύρα. Οι άλλοι τον αποδοκίμαζαν κι ο μόνος που χειροκρότησε ήταν ο Διογένης. «Μα καλά», του είπαν, «εσύ είσαι στριφνός και τίποτα δεν σ’ αρέσει, τώρα γιατί χειροκροτείς;» Κι εκείνος απάντησε: «ούτε αυτό μ’ αρέσει, αλλά μολονότι έχει τέτοια σωματική διάπλαση δεν κλέβει, ούτε σκοτώνει, αλλά κιθαρωδεί». Δηλαδή, μόνο που ασχολείται κανείς με μια πνευματική δραστηριότητα, έστω ως χόμπι, είναι κέρδος.

–Τι χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία της Κύπρου; Τη νεότερη και πρόσφατη κυπριακή ποίηση την έχει σφραγίσει το καθοριστικό και δυσβάσταχτο γεγονός της εισβολής και κατοχής. Ακόμη κι όταν γράφοντας κάποιος αποφεύγει να μιλήσει απευθείας γι’ αυτό, η ενοχή φαίνεται. Οι νεότερες γενιές μπορεί να μην έζησαν τα γεγονότα εξακολουθούν όμως να βιώνουν τους μετασεισμούς, τις επιπτώσεις, την ανωμαλία της διχοτόμησης.

–Αυτό τι αποτέλεσμα νιώθετε ότι έχει; Θετικά έχει επιδράσει στο βαθμό που έχουν γραφτεί σημαντικά έργα. Από την άλλη, φοβάμαι πως έχει λειτουργήσει σε έναν βαθμό αρνητικά, διότι έχει οδηγήσει την ελληνοκυπριακή ποίηση σε μονοκαλλιέργεια. Η θεματική γκάμα έχει περιοριστεί. Αυτό είναι κάτι φυσιολογικό, έχει χαρακτηρίσει κι άλλες εποχές. Για παράδειγμα, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Βαλαωρίτης, αν δεν ζούσαν την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης η θεματική τους βεντάλια θα είχε ανοίξει πολύ περισσότερο. Ένα συντριπτικό ιστορικό γεγονός μπορεί να εγκλωβίσει το βλέμμα, να στενέψει θεματικά τον ορίζοντα.

–Τι σας δίνει ελπίδα για το μέλλον της ποίησης; Είναι ευοίωνο το γεγονός ότι, όπως και στον ελλαδικό χώρο, έτσι και στον κυπριακό υπάρχουν πολλοί νέοι που ασχολούνται με την ποίηση, με πλήρη συνείδηση μάλιστα ότι πρόκειται για ενασχόληση που δεν έχει μεγάλη κοινωνική εξακτίνωση. Δεν περιμένουν να γίνουν «σούπερ σταρ». Γνωρίζουν ότι απευθύνονται σε συγκεκριμένο και περιορισμένο κοινό κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο.

Στο νέο του βιβλίο «Ποίηση και Ποιητική (Συνομιλίες – Μονόλογοι)» ο Αντώνης Φωστιέρης εκθέτει απόψεις, θέσεις και εμπειρίες από τη μακρόχρονη θητεία του στην πρώτη γραμμή της ποιητικής πράξης. Εκδ. Καστανιώτη, Σελ. 440, Τιμή: €20.00

Ελεύθερα, 25.10.2026