Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ένας από τους διαπρεπέστερους Κύπριους επιστήμονες της διασποράς, που έφτασε στην κορυφή της αμερικανικής ανώτατης εκπαίδευσης – ως κοσμήτορας, πρύτανης και στη συνέχεια πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια (USC). Στο βιβλίο του, «American Trojan», περιγράφει την προσωπική του ιστορία πίσω από αυτή τη διαδρομή. Το χωριό του στην Καρπασία, την καταστροφή του ‘74, την προσφυγιά, το «αμερικανικό όνειρο», αλλά και την πυξίδα που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή: τους Έλληνες κλασικούς, που κόντρα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, αποδεικνύουν μέχρι και σήμερα την αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση.

Γεννήθηκα στην Κώμη Κεπήρ. Για ένα μικρό παιδί ήταν ένας πολύ όμορφος τόπος. Βέβαια, τότε η ζωή στο χωριό ήταν πολύ διαφορετική. Δεν είχαμε ηλεκτρισμό στο σπίτι, ούτε τρεχούμενο νερό. Θυμάμαι τη μητέρα μου να κουβαλά μεγάλες κούζες στον ώμο και να πηγαίνει στη βρύση, στην πλατεία, για να τις γεμίσει και να φέρει το νερό στο σπίτι. Ήταν τα πρώτα μου βιώματα και τα χρόνια εκείνα τα αναπολώ με πολλή αγάπη.

Οι γονείς μου είχαν τεράστια εκτίμηση για τη μόρφωση, παρόλο που είχαν τελειώσει μόνο το δημοτικό. Με ενθάρρυναν να διαβάζω και να είμαι καλός μαθητής, ιδιαίτερα η μητέρα μου που μου μάθαινε την αριθμητική και ήταν και πολύ αυστηρή. Στο σχολείο, όμως, είχαμε έναν δάσκαλο για τρεις τάξεις, οπότε ο πατέρας μου αποφάσισε να μετακομίσουμε στην Αμμόχωστο, όπου υπήρχαν καλύτερα γυμνάσια. Ήταν αυτή η βαθιά πίστη τους ότι η μόρφωση μπορούσε να μας ανοίξει δρόμους.

Η πλειοψηφία στο χωριό μας ήταν Ελληνοκύπριοι. Υπήρχε, όμως, μια μικρή τουρκοκυπριακή κοινότητα και ήμασταν πολύ αγαπημένοι μεταξύ μας. Να σου πω μια χαρακτηριστική ιστορία. Ο κουρέας του χωριού ήταν Τουρκοκύπριος, ο Κασούμι. Μια φορά κόντεψε να με χτυπήσει ένα παιδί, τρία χρόνια μεγαλύτερό μου, και τότε βγήκε ο Κασούμι έξω, με έσωσε και με πήγε στο σπίτι, στη μητέρα μου.

Ήταν ζωγραφισμένο το σχήμα της Κύπρου, χωρισμένη στη μέση από μια γραμμή, και πάνω της η λέξη «Ταξίμ». Το είδαμε σε έναν τοίχο κοντά στο τουρκοκυπριακό σχολείο, γύρω στο 1958-59, καθώς περπατούσαμε προς την εκκλησία. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τι σήμαινε, όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόμο που είδα στα μάτια της μητέρας μου.

Όταν έγινε το πραξικόπημα, σπούδαζα στην Αθήνα. Είχαμε κανονίσει με τη γυναίκα μου, με την οποία ήμασταν μαζί από το γυμνάσιο, να επιστρέψουμε και οι δύο στην Κύπρο, αλλά να ταξιδέψουμε χωριστά, ώστε να μη συναντηθούν οι οικογένειές μας στο αεροδρόμιο. Η Νίκη έφυγε στις 14 Ιουλίου, ενώ το δικό μου εισιτήριο ήταν για τις 15 Ιουλίου. Εκείνη έφτασε στην Κύπρο την Κυριακή και το πρωί της Δευτέρας έγινε το πραξικόπημα. Είχαν κλείσει τα αεροδρόμια και εγώ έμεινα «παγιδευμένος» στην Αθήνα. Για τουλάχιστον μία εβδομάδα δεν ήξερα τι συνέβαινε. Οι επικοινωνίες ήταν δύσκολες και δεν μπορούσα να μάθω πού βρίσκονταν οι γονείς μου, αν ήταν καλά.

 «Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες στο ημερολόγιο της ζωής τού κάθε ανθρώπου, που τον έχουν καθορίζει. Για εμένα υπάρχει μόνο αυτή. Κι εγώ, μέσα σε όλη αυτή την τραγωδία, ένιωσα ότι απέκτησα μια φοβερή δύναμη. Ήθελα να προχωρήσω, να δημιουργήσω, να ανθίσω. Αυτή θα ήταν η δική μου εκδίκηση.»

Το βράδυ που έπεσε η Αμμόχωστος, κατάλαβα ότι χάσαμε τα πάντα. Ήμουν μόνος, περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας και ένιωθα σαν να είχε εξαφανιστεί η γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Σαν να πέφτεις από ένα αεροπλάνο, χωρίς αλεξίπτωτο. Δεν υπάρχει τίποτα να σε κρατήσει, τίποτα να σταματήσει την ελεύθερη πτώση. Και, παράλληλα, ήταν μια εμπειρία γλυκόπικρη. Γιατί στην Αθήνα γιόρταζαν την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας κι όλοι πανηγύριζαν στους δρόμους. Κι από την άλλη πλευρά ήταν η τραγωδία της Κύπρου. «Μην πανηγυρίζετε, η Κύπρος καίγεται», έλεγε το πανό που ύψωσαν τότε Κύπριοι φοιτητές που διαδήλωναν στο Σύνταγμα, μπροστά από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.

Ήταν δύσκολο να διατηρήσω ζωντανές τις μνήμες μου. Αυτός ήταν και ο λόγος που, μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003, πετάξαμε αμέσως από την Αμερική στην Κύπρο. Οι μνήμες είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν κι εγώ ήθελα να τις επαναφέρω, να ξαναβρώ μέσα μου τα παιδικά μου χρόνια. Από τότε πήγα πολλές φορές στο χωριό. Κάθε επίσκεψη με βοηθούσε να ανασύρω ιστορίες και στιγμές που είχαν μείνει θαμμένες. Όλα, όμως, ήταν ερειπωμένα. Στο νεκροταφείο του χωριού είχαν λεηλατήσει τα πάντα, αλλά μέσα σ’ όλη αυτή την καταστροφή, κατάφερα να βρω τους σταυρούς από τους τάφους και των δύο παππούδων μου. Κάποια στιγμή με ρώτησαν γιατί βγάζω τόσες φωτογραφίες. Γιατί, για παράδειγμα, στον τάδε δρόμο είχα θυμηθεί ότι παραλίγο να περάσει από πάνω μου ένα αυτοκίνητο. Τέτοιες στιγμές επέστρεφαν στη μνήμη μου σαν σκόρπια πλάνα από κινηματογραφική ταινία.

Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες στο ημερολόγιο της ζωής κάθε ανθρώπου, που τον έχουν καθορίσει. Για εμένα υπάρχει μόνο αυτή. Τα πάντα χωρίζονται στα δύο – στο πριν και στο μετά από εκείνο το καλοκαίρι. Όταν όμως έχεις ήδη χάσει τα πάντα, δεν έχεις τίποτα για να διακινδυνεύσεις. Αυτό σε αναγκάζει να πάρεις ρίσκα. Κι εγώ, μέσα σε όλη αυτή την τραγωδία, ένιωσα ότι απέκτησα μια φοβερή δύναμη. Το ανθρώπινο ένστικτο της επιβίωσης… Ήθελα να προχωρήσω, να δημιουργήσω, να ανθίσω. Αυτή θα ήταν η δική μου εκδίκηση.

Εκείνη την πρώτη φορά που με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου μετά την εισβολή για να μου πει πως είναι καλά, μου έδωσε μια συμβουλή: να μην επιστρέψω στην Κύπρο. Πως καταστραφήκαμε, πως τα χάσαμε όλα και πως αυτός ο τόπος δεν ήταν για εμένα. Ακολούθησα τη συμβουλή του. Πήγαμε με τη γυναίκα μου πρώτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στην Αμερική. Ήταν το καινούριο μας ξεκίνημα. Από ερευνητής, έγινα καθηγητής και στο τέλος μπήκα στην ακαδημαϊκή ηγεσία. Κοιτάζοντας πίσω, η συμβουλή που δίνω στους φοιτητές μου είναι ότι πρέπει να προσπαθούν, να δουλεύουν σκληρά, να έχουν εργασιακή ηθική, αλλά πάντα να κάνουν το κάτι παραπάνω. Και τότε θα παρουσιαστούν οι ευκαιρίες.

Σπούδασα μηχανική γιατί ήμουν πολύ καλός στα μαθηματικά, στη χημεία, στη φυσική. «Να πας στο Μετσόβιο, είναι το καλύτερο», μου είχε πει ο καθηγητής της γεωμετρίας στο σχολείο. Κι αυτό έκανα. Παρόλα αυτά, πάντα μου αρέσαν οι ανθρωπιστικές επιστήμες και το μοναδικό βραβείο που πήρα στο σχολείο ήταν στην Ιστορία! Όλα τα επιλεγόμενά μου μαθήματα στο πανεπιστήμιο ήταν για την Αρχαία Ελλάδα. Ακόμα και για να χαλαρώσω στον ελεύθερό μου χρόνο, διάβαζα τα μεγάλα βιβλία των Ελλήνων κλασικών. Γι’ αυτό και κατά τη θητεία μου στο πανεπιστήμιο έδωσα μεγάλη έμφαση στις τέχνες και στις ανθρωπιστικές σπουδές, αναπτύσσοντάς τες. Μαζί με τον πρύτανη του Πανεπιστημίου, εισαγάγαμε μαθήματα ελληνικών κλασικών γραμμάτων. Μάλιστα, όταν ήμουν πρόεδρος του Πανεπιστημίου, δίδασκα ένα μάθημα μαζί με τον πρόεδρο του Τμήματος Κλασικών Σπουδών. Εγώ τις τραγωδίες του Σοφοκλή, την «Αντιγόνη», τον «Οιδίποδα Τύραννο» και τον «Φιλοκτήτη», και εκείνος τον Θουκυδίδη.

Αν θέλεις να καταλάβεις την ανθρώπινη φύση, διάβασε τους κλασικούς. Η τεχνολογία αλλάζει συνεχώς, η ανθρώπινη φύση, όμως, παραμένει η ίδια. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε, αλλά η φύση μας παραμένει η ίδια. Θέλεις να μάθεις για την ηγεσία; Διάβασε τον Πλούταρχο, τους «Παράλληλους Βίους». «Ουδέν ανθρώπου δεινότερον», έτσι; Πράγματι, είναι μια υπενθύμιση ότι ζούμε σε δύσκολες εποχές. Και ό,τι κι αν κάνουμε, όσες καινοτομίες κι αν έχουμε στην ιατρική, είτε για να επεκτείνουμε τη ζωή είτε για να βελτιώσουμε την ποιότητά της, ο Σοφοκλής μάς υπενθυμίζει, ήδη από το πρώτο στάσιμο, πως, όσο μεγάλες κι αν γίνουν οι δυνατότητές μας, είμαστε θνητοί.

«Ό,τι κι αν κάνουμε, όσες καινοτομίες κι αν πετύχουμε στην ιατρική, ο Σοφοκλής μάς υπενθυμίζει ότι τον Άδη δεν θα τον αποφύγουμε. Είμαστε θνητοί.»

Πάντα στην κοινωνία μας χρειαζόμαστε «Αντιγόνες» που θα ορθώνονται απέναντι στην εξουσία, θα αμφισβητούν και θα αντιστέκονται όταν παραβιάζονται οι αρχές της δικαιοσύνης. Όταν οι φοιτητές διαδήλωναν έξω από το γραφείο μου, έλεγα πάντα στον αντιπρόεδρο: αυτές είναι οι καινούργιες «Αντιγόνες»! Μπορεί να μη συμφωνούσαμε με πολλά από τα αιτήματά τους, αλλά πάντα πρέπει να ορθώνεσαι απέναντι στην εξουσία, στη βάση των δικών σου ηθικών αρχών και αξιών.

Είμαι πολύ αισιόδοξος για την υπερνοημοσύνη ή την τεχνητή νοημοσύνη, όπως θέλετε να την αποκαλείτε. Πρόκειται για μια επανάσταση διαφορετική από όλες τις προηγούμενες. Για πρώτη φορά στην ιστορία έχουμε τη δυνατότητα να αυξήσουμε την παραγωγικότητα κάθε ανθρώπου όχι κατά δέκα, αλλά κατά εκατό ή και χίλιες φορές. Το πρώτο βήμα έγινε με την Αναζήτηση της Google, όταν αποκτήσαμε άμεση πρόσβαση σε τεράστιες ποσότητες πληροφορίας. Σήμερα, όμως, έχουμε δισεκατομμύρια πληροφορίες και ο καθένας θα μπορεί να πολλαπλασιάζει την παραγωγικότητά του, εφόσον ξέρει να αξιοποιεί την τεχνολογία.

Αυτό που με στεναχωρεί είναι που δεν είμαι 30 χρόνια νεότερος, για να ζήσω την επόμενη μεγάλη επανάσταση. Γιατί αυτό που έρχεται μέσα στην επόμενη δεκαετία θα είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Η μεγάλη εξέλιξη στην τεχνητή νοημοσύνη θα είναι τα ρομπότ, τόσο τα ανθρωποειδή όσο και τα μη ανθρωποειδή. Θα περάσουμε σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη νοημοσύνη θα αλληλεπιδρά καθημερινά και φυσικά με την υπερνοημοσύνη. Κι αυτή η συνύπαρξη θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, εργαζόμαστε και δημιουργούμε.

Σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερες δυνατότητες, τα κλασικά γράμματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία. Από εκεί αντλήσαμε μεγάλο μέρος της ηθικής πάνω στην οποία χτίσαμε τη ζωή και τις κοινωνίες μας. Στο μάθημα που διδάσκω για την ηθική της τεχνητής νοημοσύνης, λέω στους φοιτητές να διαβάσουν τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη και να ξεκινήσουν από το Βιβλίο 6, όπου εξετάζει την τέχνη, τη φρόνηση και τη σοφία. Η τεχνολογία χωρίς σοφία μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή. Κι αυτό το ερώτημα είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ: για ποιον σκοπό αναπτύσσουμε την τεχνητή νοημοσύνη; Κάθε τεχνολογία που δημιουργούμε πρέπει να υπηρετεί έναν σκοπό και, τελικά, την ανθρωπότητα, να κάνει τη ζωή μας καλύτερη και ευκολότερη. Τι χτίζουμε, λοιπόν; Μηχανές για να τις υπηρετούμε ή συστήματα που θα υπηρετούν τον άνθρωπο; Γι’ αυτό οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι σήμερα τόσο σημαντικές. Μας βοηθούν να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα για το πώς και, κυρίως, για ποιον σκοπό χρησιμοποιούμε την τεχνολογία.

Ήταν η ελληνοτουρκική κρίση του 2020, όταν σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Ντόναλντ Τραμπ, ήταν ο Ρόμπερτ Ο’ Μπράιεν, τον οποίο γνώριζα από το Λος Άντζελες. Όταν πληροφορήθηκε για τη σχέση μας η τότε πρέσβειρα της Ελλάδας στις ΗΠΑ, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, επικοινώνησε μαζί μου. Ήταν αναστατωμένη. Έπαιρνε τηλέφωνο στον Λευκό Οίκο και την παρέπεμπαν σε διάφορα τμήματα, δεν κατάφερνε να έχει πρόσβαση για να μεταφέρει τις ελληνικές θέσεις. Μου είπε «κύριε Νικία, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα επιβιώσει πάνω από 24 ώρες, έχουν παραβιάσει τα ελληνικά ύδατα!». «Πρέσβειρα, δεν ξέρω καν αν διατηρεί τον ίδιο αριθμό, αλλά ευχαρίστως να του στείλω ένα μήνυμα». Μετά από 24 ώρες, με πήρε τηλέφωνο. Μιλήσαμε για 15 λεπτά, ήταν στο Air Force 1 με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. «Δεν έχω υποχρέωση να την καλέσω, αλλά θα το κάνω ως προσωπική χάρη προς εσένα», μου είπε. Κι αυτό έγινε.

Ήμασταν σε μια εκδήλωση με τον Ντέιβιντ Πετρέους, τον πρώην διευθυντή της CIA, όταν του έδωσα το πρώτο χειρόγραφο του βιβλίου μου. Μέσα σε δύο βραδιές το είχε διαβάσει και, όταν επέστρεψε, μου είπε: «Μαξ, ο τίτλος δεν είναι ο σωστός. Θα έπρεπε να είναι “Αμερικανός Τρώας”». Γιατί, όπως μου είπε, εσύ ήρθες στην Αμερική και δεν παρέμεινες Ελληνοκύπριος. Έγινες Αμερικανός. Και η μασκότ του USC είναι οι Τρώες. Είχε δίκαιο, πραγματικά είχε δίκαιο. Και υπάρχει και μια ωραία αντίθεση σε αυτό, που μου φέρνει στον νου τα λόγια ενός μέλους του Κογκρέσου στο Λος Άντζελες όταν έγινα πρόεδρος του πανεπιστημίου: «Επιτέλους, ένας Έλληνας ηγείται της Τροίας!».

«Είμαι ένας Αμερικανός Τρώας. Αλλά τι είναι στην πραγματικότητα η Αμερική; Η Αμερική χτίστηκε πάνω στα ελληνικά ιδεώδη και εγώ είμαι πολίτης μιας χώρας που οικοδομήθηκε πάνω σ’ αυτά. Πόσο τυχερός είμαι! Κανείς άλλος δεν μπορεί να το πει αυτό, εκτός αν είναι Έλληνας.»

Ποτέ δεν ξεχνάς από πού ξεκίνησες. Είμαι ο άνθρωπος που είμαι σήμερα χάρη σε όλα όσα έχω ζήσει και που με έχουν διαμορφώσει. Στο βιβλίο, η ιστορία της Κύπρου, της Ελλάδας και της Αμερικής συνδέονται μέσα από τη δική μου διαδρομή. Γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, η προσωπική μου ιστορία είναι συνδεδεμένη και με την ιστορία αυτών των τριών χωρών.

Ναι, είμαι ένας «Αμερικανός Τρώας». Αλλά τι είναι στην πραγματικότητα η Αμερική; Μια χώρα που χτίστηκε πάνω στα ελληνικά ιδεώδη. Οι ιδρυτικοί της πατέρες, έβαλαν τα θεμέλιά της βασιζόμενοι σ’ αυτά. Και σήμερα είμαι πολίτης μιας χώρας που οικοδομήθηκε πάνω σ’ αυτά τα ιδανικά. Πόσο τυχερός είμαι! Κανείς άλλος δεν μπορεί να το πει αυτό, εκτός αν είναι Έλληνας.

Ελεύθερα, 25.10.2026