Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Αν μπορούσαμε να μεταφέρουμε έναν μουσικόφιλο από τη δεκαετία του ‘80 στο δικό μας παρόν και να του δώσουμε πρόσβαση σε ένα σύγχρονο μουσικό streaming service, θα ήταν σαν να του προσφέραμε μια εκδοχή του παραδείσου όπου όλες περίπου οι επιθυμίες ικανοποιούνται σχεδόν αυτόματα.

Δεν υπερβάλλω. Ας φανταστούμε πώς ένιωθε στη δική του εποχή όταν έμπαινε σ’ ένα ενημερωμένο μεγάλο δισκάδικο. Υπήρχαν εκατοντάδες επιλογές που τον ενδιέφεραν (που τις περισσότερες δεν θα τις άκουγε ποτέ αν δεν περιέρχονταν στην κατοχή του), αλλά τα χρήματά του έφταναν για περιορισμένο αριθμό αγορών. Επίσης, υπήρχαν χιλιάδες δίσκοι που έλειπαν από τα ράφια, ακόμα και θρυλικά αριστουργήματα (όπως συνέβη κατά καιρούς με έργα του Bowie από τη δεκαετία του ‘70).

Ό,τι και να συνέβαινε, παρά την αγωνιώδη προσμονή για την ακρόαση των δίσκων που αγοράστηκαν, ο μουσικόφιλος έφευγε (και) με αισθήματα ματαίωσης και ανικανοποίητου για αυτά που δεν τόλμησε/ μπόρεσε να αγοράσει, όπως επίσης συχνά και ενοχής για τα χρήματα που σπατάλησε αντί να τα κρατήσει για έξοδα που θα αφορούσαν πιο ενήλικες ανάγκες.

Έτσι, ανεξάρτητα από την όποια αγνή αφοσίωση, ο ρομαντικός και άπληστα παθιασμένος εραστής των ηλεκτρικών ήχων δάγκωνε το μήλο της γνώσης: η αγάπη του για τη μουσική ήταν δέσμια του καπιταλισμού και ότι αν ήθελε να τη βλέπει και να την κάνει (σε άπειρες δόσεις) δική του, όφειλε να πληρώνει το τίμημα, να γίνεται συστημ(ατ)ικά καταναλωτής. Καλά, δεν ήταν κάτι τραυματικό, ήταν και ένα μικρό μάθημα ρεαλισμού, του έμενε και το αντικείμενο στο χέρι, ιδιόκτητο πια, να κοιτάει το εξώφυλλο σαν να μπορούσε να μεταμορφωθεί σε καθρέφτη, να το βάλει να παίξει όσες φορές θέλει στο σπίτι, να το κουβαλήσει σε πάρτι (και να μετανιώσει).

Οι αντιφάσεις της κατάστασης εντάθηκαν τη δεκαετία του ‘90 με τα δισκάδικα να γίνονται πολυώροφες αλυσίδες και τις τιμές των cd να παγιώνονται σε ληστρικά υψηλά επίπεδα. Ώσπου, στα τέλη του αιώνα, ήρθαν επιτέλους οι βάρβαροι: το Napster, τα δίκτυα ανταλλαγής αρχείων P2P και, λίγο αργότερα, τα δίκτυα BitTorrent, το Pirate Bay και οι αμέτρητοι κλώνοι του.

Αρχικά, η τεχνολογική αυτή εξέλιξη έμοιαζε με μια εκδίκηση του ξεζουμισμένου μουσικόφιλου από τα κάτω, μια λύτρωση. Το σιδερένιο χέρι της αγοράς, με εσωτερικές συγκρούσεις και με την έλευση νέων παικτών, θα έβρισκε τη λύση για να βάλει στο «χάος» που είχε προκύψει, με την κλοπή μουσικής να είναι πολύ πιο εύκολη από αυτή ενός μπουκαλιού βότκας από το σουπερμάρκετ.

Για τον μουσικόφιλο το τοπίο είχε αλλάξει. Μπορούσε πια να βρίσκει και να «κατεβάζει» νέες και παλαιότερες κυκλοφορίες δωρεάν. Πολλοί, σε μια μίμηση αγοράς αλλά και σε ακούσια ένδειξη πρόσδεσης με την ιδέα του υλικού αντικειμένου, «έκαιγαν» τα αρχεία τους σε άγραφα cd, όπως περίπου γινόταν παλαιότερα με τις κασέτες (και σε συγχρονισμό φάσης, για όσους δεν έμπαιναν στον κόπο των αντιγραφών και των εκτυπώσεων εξωφύλλων, με τα αντίστοιχα πειρατικά προϊόντα από περιοδεύοντες πωλητές).

Η μεταβατική εκείνη κατάσταση δεν ήταν ιδανική για κανέναν. Από πλευράς των καταναλωτών, η συνείδηση της παρανομίας, παρότι συνήθως δεν απέτρεπε από την πράξη, χαλούσε κάπως την απόλαυση. Για τους πιο ευαίσθητους και νομοταγείς, το να ξέρεις ότι γίνεσαι ένας άκακος απατεωνίσκος απέναντι στο αγαπημένο σου συγκρότημα δεν έπαυε να προκαλεί μια μικρή ηθική αμηχανία.

Συν του ότι τα «χειροποίητα» cd είχαν συχνά αρχεία με χαμηλή ποιότητα ανάλυσης και κολλούσαν όποτε τους κάπνιζε. Και βέβαια, τώρα που είχε ανοίξει η όρεξη για ελεύθερη πρόσβαση σε πλήρεις δισκογραφίες και συνολική κάλυψη της τρέχουσας μουσικής επικαιρότητας, οι απουσίες ακόμα και από το τεράστιο διαδικτυακό «καλάθι» βάραιναν περισσότερο από τις παρουσίες. 

Η νέα εποχή που σηματοδότησε η έλευση των νόμιμων streaming services, με εμβληματικότερο παράδειγμα το Spotify, έλυσε αυτά τα προβλήματα. Δημιούργησε όμως άλλα, εντελώς διαφορετικής τάξης. Από την παραδοσιακή καπιταλιστική συνθήκη (εταιρεία παραγωγής-προϊόν-προώθηση-διανομή-κατάστημα-καταναλωτής) έχουμε περάσει σε μια υβριδική με μερικά παλαιά και πολλά καινοφανή χαρακτηριστικά.

Από τον αγοραστή στο δισκάδικο έχουμε μεταφερθεί στη μετακαπιταλιστική συνθήκη που μεταφορικά θα μπορούσαμε να την παραλληλίσουμε με αυτήν ενός παιδιού που το έριξαν μόνο του σε ένα ασύλληπτα αχανές παιχνιδάδικο και το αφήνουν, μ’ ένα μικρό σχετικά αντίτιμο, να παίξει με όποιο παιχνίδι θέλει.    

Ελεύθερα, 18.10.2026