Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο Ριάλτο επιστρέφει οριστικά στην πόλη που το κράτησε ζωντανό. Το ιστορικό θέατρο της Πλατείας Ηρώων περνά στον Δήμο Λεμεσού, ύστερα από μια μακρά διαδρομή που ξεκίνησε πολύ πριν από τη σημερινή διευθέτηση του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος, στην οποία οι άνθρωποί τής πόλης διεκδίκησαν το θέατρό τους που ιδρύθηκε τη δεκαετία του ‘30 και αποτελεί μέχρι και σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της Λεμεσού.
Για να θυμηθεί κανείς όμως πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι σήμερα η εικόνα, πρέπει να γυρίσει πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τότε που η τύχη του κρεμόταν από μία κλωστή, με το ενδεχόμενο κατεδάφισής του και μετατροπής του σε χώρο στάθμευσης. Μια ομάδα πολιτών ήταν αυτή που ενεργοποιήθηκε, κατορθώνοντας μέσα από μια αυθόρμητη, ανιδιοτελή αυτοοργάνωση να το αναδείξει ως καίριο ζήτημα της πόλης και, τελικά, να συμβάλει καθοριστικά στη διάσωσή του.
Όλα άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 1990, όταν ο Εύης Μιχαηλίδης, σχεδιαστής κοσμημάτων, ακτιβιστής και γνωστός για την ανάμειξή του στα κοινά της Λεμεσού, πληροφορήθηκε από τον αρχιτέκτονα Μάξιμο Παντελίδη ότι είχαν ζητηθεί σχέδια για την κατεδάφιση του Ριάλτο και τη δημιουργία χώρου στάθμευσης στη θέση του. Η πληροφορία προκάλεσε σοκ. «Έπρεπε άμεσα να ενημερώσουμε, να κινητοποιήσουμε τον κόσμο για τα σχέδια αυτά, προσβλέποντας στη δυνατότητα οργάνωσης και διεκδίκησης», θυμάται ο ίδιος μιλώντας στον «Φ».
«Πρωτοβουλία για τη διάσωση του Ριάλτο»
Η πρώτη συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε στο κοινωνικό στέκι «Χρυσαλλίδα», έναν αυτό-διαχειριζόμενο κοινωνικό χώρο που στεγαζόταν στην οδό Χριστοδούλου Σώζου 13 στη Λεμεσό και υπήρξε κεντρικό σημείο αναφοράς του εναλλακτικού χώρου τη δεκαετία του 1980. Ακολούθησαν πολλές ακόμα συναντήσεις και συζητήσεις, με τη συμμετοχή ανθρώπων από διαφορετικούς χώρους, οργανώσεις, ομάδες και πολίτες που ένιωθαν ότι μαζί με το παλιό θέατρο κινδύνευε να χαθεί και ένα κομμάτι της μνήμης της πόλης.
«Με την κατεδάφισή του γκρεμίζονταν και όλες εκείνες οι όμορφες αναμνήσεις που όλοι έζησαν από το ’50», αναφέρει ο κ. Μιχαηλίδης. Έτσι δημιουργήθηκε η «Πρωτοβουλία για τη διάσωση του Ριάλτο», μια ανεξάρτητη ομάδα χωρίς ιεραρχικές δομές. Οι συνελεύσεις ήταν ανοιχτές και η προσέλευση μεγάλη. «Θα πρέπει να πέρασαν πάνω από 150-200 άτομα από αυτές τις ανοιχτές συνελεύσεις», προσθέτει.
Μετά από κάθε συνέλευση έφτιαχναν νέα φυλλάδια και συνέχιζαν την ενημέρωση του κοινού. Ανάμεσα στις παρεμβάσεις της Πρωτοβουλίας ήταν και η προσπάθεια να αναδειχθεί η αρχιτεκτονική αξία του θεάτρου και να διατηρηθεί ζωντανό το ζήτημα μέχρι να βρεθεί λύση.

Στον αρχικό πυρήνα της Πρωτοβουλίας συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η αρχιτέκτονας Σεβίνα Φλωρίδου, ο κοινωνιολόγος Ανδρέας Παναγιώτου και πολλοί άλλοι Λεμεσιανοί από τον χώρο του πολιτισμού, της αρχιτεκτονικής, της δημοσιογραφίας, της κοινωνίας των πολιτών και της πολιτικής.
Ο Ανδρέας Παναγιώτου, ανακαλεί ότι η Λεμεσός είχε ήδη από τη δεκαετία του ’90 ένα έντονο εναλλακτικό κίνημα. Ήταν άνθρωποι που επέστρεφαν από σπουδές στο εξωτερικό, αλλά και ένα ευρύτερο κλίμα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από τη δεκαετία του ’80. Η προστασία των δημόσιων χώρων, άλλωστε, είχε τις ρίζες της ακόμη πιο πίσω, στη δεκαετία του ’70, όταν είχαν σημειωθεί κινητοποιήσεις για τις παραλίες.
«Τη δεκαετία του ’90 προέκυψαν δύο ζητήματα. Ο χώρος, όπως διαμορφωνόταν, άρχισε να κάνει παρεμβάσεις για τη διατήρηση ιστορικών κτιρίων της Λεμεσού, με προσήλωση αρχικά στη διάσωση της περιοχής του Κάστρου. Μέχρι που ξαφνικά προέκυψε το ζήτημα του Ριάλτο, που ήθελαν να ισοπεδώσουν. Τότε άρχισε η κινητοποίηση. Έγιναν κάποιες συγκεντρώσεις λίγο παρακάτω από την Πλατεία, στη “Χρυσαλλίδα”, και μέσα από αυτές τις κινητοποιήσεις τέθηκε το θέμα να διασωθεί το Ριάλτο ως ιστορικός χώρος».
Θυμάται, επίσης, τη συγκέντρωση στην οδό Αθηνών, όπου άρχισε να μαζεύεται κόσμος από διαφορετικούς χώρους. «Μόλις δημοσιοποιήθηκε το γεγονός, ο κόσμος άρχισε να κινητοποιείται. Η κινητοποίηση επεκτάθηκε. Βρισκόμασταν, συντάσσαμε τα κείμενα, τα αποστέλλαμε, βγάζαμε ανακοινώσεις και φυλλάδια, όλα γραμμένα συλλογικά».


«Ήταν το “Cinema Paradiso” μας»
Η αρχιτέκτονας, Σεβίνα Φλωρίδου, ενεργό μέλος της πρωτοβουλίας, μας μίλησε για τη δική της προσωπική σχέση τη Λεμεσό εκείνης της περιόδου, που τότε άρχιζε να αλλάζει ραγδαία. «Εγώ μόλις είχα μετακομίσει στην πόλη και είχα ενοικιάσει γραφεία σε μια από τις παρόδους της περιοχής, νομιζόμενη ότι ήρθα σε μια πόλη ιστορική. Και ξαφνικά διαπιστώνω ότι γύρω μου εκείνη την περίοδο υπήρχαν σχέδια για μια ραγδαία αλλαγή – αλλαγή της φυσιογνωμίας της, με βάση μια φιλοσοφία αμερικάνικη, με μια κουλτούρα αυτοκινήτου.
Ανάμεσά στα σχέδια ήταν να διαπλατύνουν δρόμους, να κατεδαφίσουν κτίρια, να κάνουν έναν σωρό αλλαγές. Μέρος όλων αυτών των τροποποιήσεων της πόλης ήταν και το Ριάλτο, που στα σχέδιά τους ήταν η μετατροπή του σε σουπερμάρκετ ή σε πάρκινγκ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, προοριζόταν, σε κατεδάφιση και μετατροπή του σε κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό».
Η αξία του Ριάλτο, σύμφωνα με την αρχιτέκτονα, ξεπερνά την αρχιτεκτονική του υπόσταση. Είναι ένα κτίριο που συνδέθηκε με τη συλλογική μνήμη και την ταυτότητα της πόλης, καθώς από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στη Λεμεσό απέκτησε έναν ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο.
«Η ουσία του κτιρίου είναι συνυφασμένη με την κοινή συναισθηματικότητα, με την ταυτότητα της πόλης. Εκτός από την αρχιτεκτονική αισθητική και την κοινωνική υπόσταση του κτιρίου, άγγιζε τους πάντες και ήταν σημαντικό για την κοινωνία από τη στιγμή που εμφανίστηκε. Ήταν ίσως από τα πρώτα δημόσια κτίρια όπου μπορούσαν οι άνθρωποι της πόλης να παραβρεθούν σε κοινές εκδηλώσεις».
Η αρχιτέκτονας στέκεται και στη σχέση του κτιρίου με το αστικό τοπίο της εποχής. Το Ριάλτο, με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική του, ξεχώριζε τόσο σε όγκο όσο και σε μορφή, σε μια περιοχή που, όπως εξηγεί, ήταν τότε υποβαθμισμένη. «Είχε ένα οθωμανικό λουτρό που διαχειριζόταν κάποιος Κέφογλου, ενώ στην αρχή ήταν μια αλάνα όπου πάρκαραν γαϊδούρια. Όταν ήρθαν οι Άγγλοι, η πόλη ήταν πιο δομημένη προς τα δυτικά, προς το λιμάνι. Το κομμάτι της πόλης προς τα ανατολικά ήταν πιο ρηχό, οπότε δεν ξεχώριζε κανένα κτίριο. Ήταν μια πολύ υποβαθμισμένη, όπως ξέρουμε όλοι, γωνιά της πόλης».
Η εμφάνιση του Ριάλτο άλλαξε αυτή την εικόνα, όχι μόνο λόγω της παρουσίας του στον αστικό χώρο αλλά και εξαιτίας του νέου τρόπου κοινωνικής ζωής που έφερε μαζί του. Όπως λέει η κ. Φλωρίδου, «με το που εμφανίστηκε ο όγκος αυτού του κτιρίου και ο ρόλος του στην κοινωνία, άρχισε να προσελκύει κόσμο που έβαζε τα καλά του για να πάει, με έναν τελετουργικό τρόπο, να περάσει καλά, να ακούσει μουσική».
Το Ριάλτο υπήρξε, παράλληλα, χώρος όπου φιλοξενήθηκαν σημαντικές προσωπικότητες και έλαβαν χώρα σημαντικά γεγονότα της πολιτιστικής ζωής της πόλης. «Ήταν ο χώρος όπου έπαιξε κομμάτια για πρώτη φορά ο Σόλων Μιχαηλίδης. Πέρασαν σπουδαίες προσωπικότητες από το Ριάλτο», σημειώνει.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου ως χώρου συνάντησης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. «Σημαντικό ήταν και το ότι ήταν προσιτό σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Ο κόσμος τότε δεν χωριζόταν». Αναφέρει, μάλιστα, ως παράδειγμα την εκδήλωση για την επαναλειτουργία του Ριάλτο, όπου ο Νίκος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιντζί αναφέρθηκαν στις δικές τους παιδικές αναμνήσεις από το θέατρο. «Θυμήθηκαν πως, όταν ήταν παιδάκια, πήγαιναν εκεί σινεμά».
Αυτή η σχέση με την προσωπική , αλλά και με τη συλλογική μνήμη της πόλης, είναι ίσως εκείνο που, κατά τη Σεβίνα Φλωρίδου, κάνει το Ριάλτο τόσο ξεχωριστό. «Δεν υπάρχει Λεμεσιανός που να μην αγγίζει τη μνήμη του αυτό το κτίριο, επειδή ήταν ένας χώρος έντονης κοινωνικοποίησης». Και συνδέει αυτή τη σχέση ακόμη και με την κινηματογραφική παράδοση της πόλης: «Δεν είναι τυχαίο ότι έχουμε τόσους σκηνοθέτες Λεμεσιανούς που μεγάλωσαν εκεί και που έχουν όλοι μια σχέση με αυτό από την παιδική τους ηλικία. Ήταν το “Cinema Paradiso” μας».
Η λύση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού
Στο δημοσίευμα του 2019 για τα 20 χρόνια από την επαναλειτουργία του θεάτρου, ο Ανδρέας Χρίστου θυμόταν εκείνη την περίοδο και περιέγραφε τη δική του αγωνία. «Μετά από μια συνεδρία της Επιτροπής όπου διαφάνηκε ότι οι προσπάθειές μας οδηγούνταν σε αδιέξοδο, είπα στον Χαμπή Γενεθλίου χαρακτηριστικά ότι “πάει το ΡΙΑΛΤΟ, το χάνουμε. Θα πωληθεί και θα κατεδαφιστεί και μαζί θα κατεδαφιστούν και οι αναμνήσεις των Λεμεσιανών”».
Και τότε συνέβη κάτι καθοριστικό. Η λύση ήρθε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Όπως κατέγραψε ο Ανδρέας Χρίστου το 2019, ο Χαμπής Γενεθλίου λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στην Επιτροπή Πρωτοβουλίας και την Επιτροπή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου και έθεσε την ιδέα να αγοράσει το Ριάλτο το ΣΤΛ και να το διατηρήσει για τη Λεμεσό. Ο Εύης Μιχαηλίδης αποδίδει την καθοριστική εισήγηση στον Μέλιο Γεωργίου, προς την Επιτροπή του Συνεργατικού. Η πρόταση υιοθετήθηκε και τον Φεβρουάριο του 1991 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο αγόρασε το εγκαταλειμμένο θέατρο.
Η αγορά ήταν η αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης προσπάθειας, με την επέκταση της σκηνής και των βοηθητικών χώρων μέσω γης που αποκτήθηκε πίσω από το Ριάλτο, ενώ το Συνεργατικό Ταμιευτήριο διέθεσε χρήματα και για τη βελτίωση της Πλατείας Ηρώων. Ακολούθησε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός το 1994, το έργο προκηρύχθηκε το 1996 και οι εργασίες άρχισαν το 1997.
Ο αρχιτέκτονας Θέμης Θεμιστοκλέους ανέλαβε τον σχεδιασμό του νέου Ριάλτο. Το παλιό κινηματοθέατρο αποκαταστάθηκε και μετατράπηκε σε σύγχρονο θέατρο, διατηρώντας σημαντικά στοιχεία της ιστορικής του ταυτότητας, ανοίγοντας ξανά τις πόρτες του στις 15 Μαΐου του 1999. Η επαναλειτουργία του σηματοδότησε μια ευρύτερη προσπάθεια αναζωογόνησης της Πλατείας Ηρώων και της παλιάς Λεμεσού.
Σύμφωνα με την κ. Φλωρίδου, «Η πρόσοψη διατηρήθηκε ακέραια, όπως ήταν το ζητούμενο. Η αίθουσα είχε κάποια όμορφα στοιχεία και κάποιες ιδιαιτερότητες. Τα μπαλκονάκια με τα θεωρεία στο πλάι ήταν πιο στιλιζαρισμένα, όχι τόσο γραμμικά και μοντέρνα, διότι βρισκόμασταν σε ένα μεταίχμιο μεταξύ κλασικής και μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Δεν είχαν ξεκαθαρίσει ακόμη τα πιο βιομηχανικά χαρακτηριστικά μέσα στο κτίριο. Είχε ένα στιλιζάρισμα που κρατήθηκε».

Από τη «Χρυσαλλίδα στο σήμερα
Τριάντα έξι χρόνια μετά την τότε «Πρωτοβουλία για τη διάσωση του Ριάλτο», η ιστορία μοιάζει να κάνει έναν κύκλο. Οι Λεμεσιανοί βρέθηκαν ξανά να ενεργοποιούνται γύρω από το ιστορικό θέατρο και να το διεκδικούν για την πόλη τους.
Από τη «Χρυσαλλίδα» των αρχών της δεκαετίας του ’90 μέχρι τη σημερινή κινητοποίηση, μέσα από δεκάδες δημόσιες τοποθετήσεις ανθρώπων της πόλης, από τον καλλιτεχνικό και όχι μόνο χώρο, το Ριάλτο έχει γίνει ένα παράδειγμα του πώς η δύναμη για μια αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει από κάτω, από ανθρώπους που συναντιούνται, οργανώνονται και αποφασίζουν ότι δεν θα αφήσουν μια απόφαση να περάσει ερήμην τους. Και όταν αυτή η συλλογική διεκδίκηση αποκτήσει αρκετή δυναμική, μπορεί να φτάσει μέχρι τους θεσμούς και να αλλάξει την ίδια την πορεία μιας πόλης.
Για τον Εύη Μιχαηλίδη, η σημασία της ιστορίας βρίσκεται στον ίδιο τον αγώνα. «Στο πώς οι ίδιοι οι κάτοικοι μιας πόλης, ως ενεργοί πολίτες, μπορούν να αυτοοργανωθούν, να κινητοποιηθούν, να διεκδικήσουν και, τελικά, να φέρουν την αλλαγή».
Ο Ανδρέας Παναγιώτου εξηγεί ότι κεντρικό σημείο της δράσης ήταν η συμμετοχή των πολιτών στην πόλη και η διεκδίκηση του δικαιώματος να έχουν λόγο στις αποφάσεις που αφορούσαν τον χώρο στον οποίο ζουν. «Υπάρχουν κτίρια για τα οποία κάναμε ολόκληρους αγώνες για να διασωθούν, αλλά τελικά ισοπεδώθηκαν. Κάποια άλλα, όμως, διασώθηκαν». Και, ταυτόχρονα, όπως προσθέτει ο κ. Παναγιώτου, η Πλατεία Ηρώων ήταν ο χώρος όπου συνέβαινε μια πολιτισμική αλλαγή. «Μια περιοχή όπου σύχναζε και ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Ήταν και είναι μέρος της ιστορίας μας».
Και ίσως η σχέση του Ριάλτο με την πόλη να συνοψίζεται στα λόγια της Σεβίνας Φλωρίδου: «Η Πλατεία Ηρώων υπάρχει επειδή είναι το Ριάλτο. Και το Ριάλτο είναι κομμάτι της Πλατείας και όλης της Λεμεσού».