Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ο ανυποχώρητα αιχμηρός συγγραφέας επιμένει ότι η ζωή δεν είναι ακολουθία ηδονής, αλλά μοίρασμα.

Η γραφή του και η δημόσια παρουσία του έχει κατά καιρούς προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Μαχητικός, παρεμβατικός και ανυποχώρητα αιχμηρός, ευθύς και αδιαμεσολάβητος, ο Θανάσης Τριαρίδης είναι ένας συγγραφέας που πιστεύει ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαναπαυόμαστε. Στο έργο του «Το Πλυντήριο», που παρουσιάζεται και στην Κύπρο, επιστρέφει σε μια ιδέα που διατρέχει εδώ και χρόνια τα γραπτά του: τη «νέα ευγονική» και τον κίνδυνο μιας τεχνολογικά πανίσχυρης Δύσης που θα αποκτήσει τα «κλειδιά της Ιστορίας». Στη θεωρητικά ακραία δυστοπική του υπόθεση, οι γυναίκες έχουν καταστεί περιττές σ’ έναν κόσμο υπερπληθυσμού και τεχνητών μητρών. Από αυτή τη δυστοπία η συζήτηση περνά στην εξοικείωση με τη φρίκη και στην απώλεια της ηθικής. Ωστόσο, πίσω από την αγανάκτηση, τις δυσοίωνες προβλέψεις και τις σκληρές διατυπώσεις του, υπάρχει μια επίμονη πεποίθηση ότι η ανθρώπινη συνάντηση και η κοινή προσπάθεια μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στον όλεθρο.

–Ποιο θεωρείς ότι είναι το βασικό χαρακτηριστικό της εποχής μας; Υπήρχε μέχρι τώρα μια βασική ιστορική δομή: οι χορτάτες ελίτ περιφρουρούν κεκτημένα δικαιώματα και οι πεινασμένες μάζες ορμούν προς την επιβίωση διεκδικώντας χόρταση. Κι έτσι διαμορφώνεται η Ιστορία, που είναι μια αδιάκοπη κίνηση των πεινασμένων προς τη χόρτασή τους. Στους πολέμους μεταξύ χορτάτων και πεινασμένων στο τέλος κατίσχυαν πάντοτε οι πεινασμένοι, γιατί η πείνα είναι ισχυρό κίνητρο. Σήμερα, ζούμε μια ιστορική στρέβλωση. Η τεχνολογική εξέλιξη δίνει τη δυνατότητα στους χορτάτους να κατισχύσουν επί των πεινασμένων, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί πριν από 100 χρόνια. Από το 2000, η ανθρωπότητα επιχειρεί να δημιουργήσει μία δυνατότητα των χορτάτων να αφανίζουν τους πεινασμένους προτού καν μπουν σε πεδίο αντιπαράθεσης. 

–Οι χορτάτοι, όμως, δεν έχουν ακόμη ανάγκη τους πεινασμένους ως παραγωγούς πλούτου και υπεραξίας; Είναι προφανές πια ότι δεν θα τους έχουν ανάγκη για πολύ. Εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, γράφω ότι αναπόφευκτα θα προκύψει ένα μεγάλο ολοκαύτωμα πεινασμένων. Μάλιστα, το προσδιόριζα κάπου στα μέσα του αιώνα, γύρω στο 2050. Πιθανώς να πέσω έξω και να γίνει λίγο νωρίτερα. Από τα 8 δισεκατομμύρια που ζουν σήμερα στη Γη και αναμένεται το 2050 να φτάσουν τα 10, θα αφανιστεί το 80%. Οι χορτάτες ελίτ, συνεπικουρούμενες απ’ αυτό που έρχεται και το ονομάζουμε υπερνοημοσύνη ή τεχνητή νοημοσύνη, δεν θα σκοτώνουν πια τους μετανάστες στα σύνορα. Θα τους σκοτώνουν πριν γίνουν μετανάστες, στο Χαρτούμ, την Αντίς Αμπέμπα, την Καλκούτα. Κι όχι με μια ατομική βόμβα της οποίας το μανιτάρι θα δούμε εγώ κι εσύ για να φρίξουμε και να βγούμε να διαμαρτυρηθούμε. Θα τους αφανίσουν μ’ έναν ηλεκτρονοϊό, μ’ ένα βιολογικό όπλο, με κάτι που δεν θα καλοκαταλάβουμε, το οποίο θα έχει σύνθετο αρτικόλεξο και μέσα στην υπερπληθώρα πληροφοριών θα χαθεί, θα διαχυθεί. Αυτή είναι η «νέα ευγονική».

-Και πώς θα καταφέρουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι αυτό συμβαίνει για το καλό μας; Δεν θα το πουν καν έτσι. Θα πουν ότι είναι «μονόδρομος για τη σωτηρία του πλανήτη». Με μια οργουελική κυνικότητα, θα ονομάσουν «καλοσύνη» τον φόνο, «ειρήνη τον πόλεμο», «ζωή» τον θάνατο. Έτσι, θα ελέγξουν ουσιαστικά τους βασικούς ιστορικούς νόμους και θα τους μετασχηματίσουν σε μια βουλητική διαιώνιση της εξουσίας τους. Σ’ αυτό αναφέρεται το «Πλυντήριο», όπως κι άλλα έργα μου.

Από την παράστση «Το Πλυντηριο». © Χρίστος Τσεκούρας

-Και πώς μπορεί ν’ αποτραπεί μια ενδεχόμενη τέτοια εξέλιξη; Απέναντι σ’ αυτή τη νέα ευγονική, πρέπει να δημιουργήσουμε ένα νέο ηθικό ανθρωπισμό και να αντισταθούμε. Είναι δύσκολο, γιατί μας λείπουν τα εργαλεία. Περιορίσαμε τα πολιτικά μας αιτήματα σε αιτήματα διαχείρισης κι όχι σε αιτήματα ηθικής. Είμαστε έτοιμοι να εκχωρήσουμε τα πάντα σ’ αυτό που ονομάζεται «οικονομία». Και δεν εννοώ μόνο το χρήμα, αλλά και την αναλογία χρησιμότητας, αποτελέσματος, ενέργειας που καταναλίσκεται. Νομοτελειακά, θα φτάσουμε σ’ ένα σημείο όπου οι περίσσιοι θα αφανιστούν. Αυτή η έννοια του «περιττού» που «πρέπει να αφανιστεί» διατρέχει γενικότερα την προσπάθειά μου στο γράψιμο. 

–Πόσο απέχει αυτή η δυστοπία από την πραγματικότητα που ζούμε σήμερα; Στη Γάζα, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δημιούργησαν ήδη έναν μετασχηματισμό της έννοιας «σκοτώνω». Λανσάρουν μία μεταγλώσσα όπου γενοκτονούν και αφανίζουν και λένε «προστατεύω», «προφυλάσσω», «υπηρετώ τη ζωή», μέσα σε μια ανεστραμμένη πραγματικότητα. Ε, δεν μπορεί να μην υπάρχει μια ανθρώπινη αντίδραση σε αυτό!

–Κατά τη γνώμη σου, τι φταίει κι έχουμε γίνει ανεκτικοί απέναντι στη φρίκη; Θεωρώ ότι οι συγγραφείς, οι διανοούμενοι, ο πολιτισμένος κόσμος πιαστήκαμε στον ύπνο. Διαχειριστήκαμε πιο πολύ εγωτικές ανάγκες. Ψάξαμε υπερβολικά τα παιδικά μας χρόνια, τη σχέση με τους γονείς μας, τη σεξουαλικότητά μας, τις παιδικές μας αναμνήσεις. Πήγαμε στον ψυχαναλυτή για να συζητήσουμε για εκείνο το ποδήλατο που δεν μας πήρε ο πατέρας μας στο χρώμα που θέλαμε και μας πλήγωσε. Στο μεταξύ, δεν μάς απασχολεί ότι, κυριολεκτικά, δολοφονούνται άνθρωποι. Δημιουργήθηκε η ψευδοεικόνα ότι έχουμε την πολυτέλεια να διερευνήσουμε τα παιδικά μας τραύματα, να μιλήσουμε για την παιδική μας ηλικία και το μέγα τραύμα που προέκυψε επειδή η μαμά δεν μάς πήρε παγωτό. Καλά όλα αυτά, αλλά δεν είπαμε επίσης ότι ανεχθήκαμε να είναι άνθρωποι σκλάβοι, να δουλεύουν με τρία δολάρια την εβδομάδα για να έχουμε εμείς φτηνό κινητό, μπλουτζίν και πληκτρολόγιο για το κομπιούτερ μας. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, γίναμε συνένοχοι. Γλιστρήσαμε σε μια γλυκιά συναίνεση απέναντι στον τρόμο και την απελπισία. Κι αυτό εμένα, ως άνθρωπο, θα έπρεπε να με προσβάλει. Το ότι δεν μας προσβάλλει, δείχνει ότι διαφθαρήκαμε πολύ.

–Μήπως έχουμε μάθει να θεωρούμε σημαντικό μόνο τον πόνο που μάς αφορά; Η μητέρα μου πέθανε με Αλτσχάιμερ κι ο πατέρας μου με παρόμοιο νόσημα, από μια καταβύθιση σε γεροντική ασυνειδησία. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι το Αλτσχάιμερ είναι μείζον ζήτημα της ανθρωπότητας. Ήταν η φυσιολογική εξέλιξη μιας γυναίκας που έπιασε ένα όριο ηλικίας. Αυτό δεν είναι ντροπή. Ντροπή του πολιτισμού μας είναι ότι πεθαίνουν 12,5 εκατομμύρια παιδιά από μη τρεχούμενο νερό· ότι ο δυτικός κόσμος επιλέγει να δώσει προτεραιότητα στο Αλτσχάιμερ των γερόντων του, το ενδεχόμενο μελλοντικό δικό μας Αλτσχάιμερ, όμως την ίδια στιγμή αδιαφορεί όταν παιδιά πεθαίνουν αβοήθητα. Αυτό δείχνει ότι ο δυτικός άνθρωπος είναι ένα εγωτικό τομάρι. Μιλούσε για διαφωτισμό, για ηθική, ενώ στην πραγματικότητα νοιαζόταν μόνο για την πάρτη του. Αυτό θα το πληρώσουμε.

«Την ηθική την επινοήσαμε χορτασμένοι, έχοντας την ασφάλεια ότι θα επιβιώσουμε κι έχοντας κορέσει την ηδονιστική μας ορμή»

–Μήπως ο εγωτισμός είναι στη φύση μας κι έχει να κάνει με το ένστικτο της επιβίωσης; Είναι. Κακά τα ψέματα, η ηθική είναι μια επίκτητη ανακάλυψη. Ο άνθρωπος είναι ένα επιβιωτικό πρώτα και ηδονιστικό στη συνέχεια κτήνος. Θέλει να επιβιώσει και θέλει να ηδονιστεί. Την ηθική την επινοήσαμε χορτασμένοι, έχοντας την ασφάλεια ότι θα επιβιώσουμε κι έχοντας κορέσει την ηδονιστική μας ορμή. Φάγαμε, εκτονωθήκαμε ερωτικά, ηδονιστήκαμε σεξουαλικά και κάποια στιγμή σκεφτήκαμε να ηθικολογήσουμε. Εν πάση περιπτώσει, όμως, τελικά αυτό μας έκανε ανθρώπους: η διαδρομή προς ένα ηθικό σύμπαν. Προς ένα σύμπαν όπου όταν εσύ στο σχολείο είχες φαγητό από το σπίτι και στο διάλειμμα έβλεπες ένα άλλο παιδί να μην έχει ένιωθες άσχημα. Έλεγες: ή να μη φάω ούτε εγώ, ή να μοιραστούμε το σάντουιτς.

–Νιώθεις ότι αυτό έχει χαθεί; Ο δυτικός άνθρωπος απώλεσε την έννοια της ηθικής, αυτό που έλεγε ο Παλαμάς «Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου», αυτό που περιγράφει ο Άντερσεν στο «Κοριτσάκι με τα σπίρτα». Το χάνουμε, φεύγει, ξεγλιστράει από μέσα μας. Αντ’ αυτού έρχεται ένας αλλόκοτος κυνικός ιστορισμός που λέει: «Τι να κάνουμε; Το παιδί που πεθαίνει στη Γάζα, ο Σουδανός στο Χαρτούμ, ο Ινδός στην Καλκούτα δεν έπρεπε να είχε γεννηθεί». Κι αυτό το αποφασίζουμε εμείς γι’ αυτόν! Βλέπω τα έργα μου σαν καμπανάκι κινδύνου. Είναι μια προειδοποίηση, μια σειρήνα ότι οδεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση γλυκά και συναινετικά, απασχολημένοι με την οθόνη, την ψυχανάλυση, το γυμναστήριο, το κολυμβητήριο, τη γιόγκα και το πιλάτες ή το φροντιστήριο των παιδιών μας. Και συνειδητά παραβλέπουμε τη μεγάλη εικόνα.

–Μπορεί, όμως, το θέατρο, η λογοτεχνία να προκαλέσουν μια πραγματική μετατόπιση; Η ερώτηση κουβαλά μία πικρή παραδοχή: ότι η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Θα απαντήσω. Στόχος είναι κάτι που είδαμε στο θέατρο να μας πάρει μέχρι το επόμενο πρωί. Δεν λέω να μας αλλάξει τη ζωή. Μακάρι ένα ερέθισμα να το μπορούσε. Μπορεί, όμως, να κρατήσει για λίγο την πόρτα ανοιχτή. Αν το καταφέρει αυτό, την επόμενη μέρα μπορεί να έρθει ένα επόμενο ερέθισμα και μετά ένα επόμενο. Μια παράσταση, ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα, μια ταινία, ένα τραγούδι μπορεί να μας κάνει πιο ανοιχτούς στα ερεθίσματα. Έτσι κι αλλιώς, εύκολα πια μπορεί κάποιος να μάθει τι συμβαίνει στο Σουδάν, στην Παλαιστίνη, στις Νεκροπόλεις του Καΐρου και στις φαβέλες της Μπογκοτά. Το σημαντικό είναι να βρεθεί μια διαδρομή που θα μας ενώσει μ’ αυτούς τους ανθρώπους και η τέχνη μπορεί να δώσει μια κλωστή προς μια τέτοια διαδρομή. Από εκεί και πέρα, πρέπει να τραβήξεις κι εσύ.

–Εξακολουθείς να πιστεύεις στον άνθρωπο ή έχεις χάσει την ελπίδα; Εάν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει μία δυνατότητα αγώνα, είναι σαν να έχεις μπει μέσα στο φέρετρο και να έχεις καρφώσει και τα καρφιά. Δεν έχεις κάτι άλλο να περιμένεις. Όταν μας πείσουν ότι είναι νομοτελειακό οι πλούσιοι να εξολοθρεύουν τους φτωχούς, οι δυνατοί τους αδύναμους και το μόνο που απομένει είναι να αγωνιζόμαστε μπας και καταφέρουμε να φτάσουμε κι εμείς στην πλευρά των προνομιούχων ελίτ για να οργανώσουμε τη νέα χόρτασή μας, τη νέα ευτυχία μας και τη νέα ευδαιμονία μας, τότε θα είναι σαν να έχουμε σαπίσει. Όμως, καλύτερα να πεθάνουμε ζώντας παρά να ζήσουμε οριστικά πεθαμένοι.

«Είναι μια μορφή θανάτου να πάρεις την απόφαση ότι το πράγμα έτσι λειτουργεί και πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον νόμο της ζούγκλας».

–Σε πτοούν οι απειλές που δέχεσαι για όσα λες και γράφεις; Πολλοί με ρωτάνε: «Δεν φοβάσαι, μη σε σκοτώσουν οι φασίστες;». Παραδόξως δεν φοβάμαι, αν και δεν υπήρξα ποτέ θαρραλέος. Κι αυτό γιατί νιώθω πως αν σταματήσω να τα λέω, θα με έχουν ήδη σκοτώσει. Εντάξει, θα έχω να περιμένω να φάω τα φαγητά και να πιω τα ποτά που μ’ αρέσουν, ή να κάνω σεξ, αλλά στην ουσία θα είμαι ένας νεκρός με μόνη έγνοια να γεμίζει ηδονιστικές μπαταρίες. Είναι μια μορφή θανάτου να πάρεις την απόφαση ότι το πράγμα έτσι λειτουργεί και πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον νόμο της ζούγκλας. Υπάρχει ένα τρομερό μονόστιχο του Αναγνωστάκη από το «ΥΓ» και λέει το εξής: «Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε». Ε, όχι, δεν ζήσαμε! Το να γλεντά ο καθένας όπως τη βρίσκει, αυτό δεν είναι ζωή. Η ζωή δεν είναι μία ακολουθία ηδονής. Είναι μοίρασμα και κοινή προσπάθεια για ιδέες. Όποιες κι αν είναι αυτές, είτε κοντά στις δικές μου, είτε όχι. 

–Δηλαδή, αν πάει κάποιος να δει μια παράσταση με έργο του Τριαρίδη και του αρέσει, αυτό είναι κάτι καθαρά ηδονιστικό; Λέω απλώς πως αν αντιμετωπίζει κανείς το θέατρο, το μυθιστόρημα, τη μουσική, την ποίηση ως κάτι που μόνο τον ηδονίζει και δεν παράγει διανοητική ενέργεια, τότε εμένα δεν μου κάνει. Παλιότερα πίστευα κι εγώ ότι το έργο τέχνης έχει αυτόνομη αξία, επειδή μπορεί να κάνει τον κόσμο πιο όμορφο. Δεν το πιστεύω πια. Όμορφο τον κόσμο το κάνουν οι συναντήσεις ανοικτών ανθρώπων.  

–Δηλαδή, το ωραίο δεν έχει και μια αυταξία; Δεν μπορεί να μας δείξει πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος αν ήταν πιο αρμονικός; Όντως, αλλά δεν χρειάζεται απαραίτητα ο άνθρωπος γι’ αυτό. Ωραία είναι και μια χιονονιφάδα, ένα λουλούδι, ένα δέντρο στην άκρη του γκρεμού, ο παφλασμός των κυμάτων, τα σύννεφα και τα δειλινά. Όμως, η έννοια της ανθρωπινότητας αφορά την αγωνία της συνάντησης, όχι το να απολαμβάνουμε εμείς το ωραίο μας σπιτάκι, με το ωραίο μας φαγητό, δίπλα στο ωραίο μας τζάκι και το κορίτσι να πεθαίνει στο ρείθρο ανάβοντας σπίρτα. Με τη φωτιά αυτών των σπίρτων πρέπει να ενωθούμε. Να ενωθούμε με τον Μικρό Πρίγκιπα, με τα παιδιά που πεθαίνουν στη Γάζα ή που πνίγηκαν στο αμπάρι του «Adriana». Αλλιώς, είμαστε ζόμπι, νεκροζώντανοι. Δεν πρέπει να συνηθίσουμε τη φρίκη.

-Είμαστε τέρατα ή είμαστε μέρος ενός τερατώδους συστήματος; Μελετώντας τη δίκη του Άιχμαν, η Χάνα Άρεντ μίλησε για την «κοινοτοπία του κακού», δείχνοντας ότι κανονικοί, καθημερινοί άνθρωποι που το πρωί πήγαιναν τα βλαστάρια τους στο σχολείο και το βράδι τα νανούριζαν, στο ενδιάμεσο έκαναν το Ολοκαύτωμα. Δεν ήταν τέρατα, απλά αφέθηκαν στην κοινοτοπία μέσα από μία σειρά υποτακτικών εθιμοτυπίων: εγώ βάζω τους ανθρώπους στα τρένα, άλλος οδηγεί, άλλος ξεφορτώνει, άλλος τους γδύνει, άλλος τους βάζει στον θάλαμο, άλλος κλειδώνει, άλλος βάζει τη φιάλη με το Ζυκλόν Β κ.ο.κ. Τελικά, ποιος έκανε το φόνο; Επιμερίστηκε το κακό. Αυτή η κοινοτοπία ήταν προϋπόθεση. Τώρα, όμως, έχουμε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα.

–Ποιο εννοείς; Άρχισε να ξεθωριάζει η ηθική. Άνθρωποι που παίρνουν σήμερα τις αποφάσεις μεγάλωσαν με κάποιες βασικές αξίες. Λ.χ. δεν παρκάρουμε στις ράμπες ώστε να περνούν τα αναπηρικά αμαξίδια. Οι άνθρωποι αυτοί μεγάλωσαν μαθαίνοντας στο σχολείο για τον Ρουσσώ, τον Βολτέρο, τον Καντ, άκουσαν το «Imagine» του Τζον Λένον και τα τραγούδια των Pink Floyd, τραγούδησαν το «We Are the World» και το «Give peace a chance». Παρ’ όλα αυτά, απεμπόλησαν κάθε ηθική τάξη. Δημιούργησαν την κανονικότητα να υπάρχουν τείχη στα σύνορα και εφαρμόζουν θανατοπολιτική με τους μετανάστες στη θάλασσα. Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου κάνουν συμμαχίες και αγκαλιές μ’ αυτούς που διαπράττουν μια γενοκτονία. Το χειρότερο είναι ότι μπορούμε να το αντέξουμε αυτό. Η αρχαιοελληνική έννοια των Ερινυών, των τύψεων που μας κατατρέχουν και μας κάνουν να ελέγχουμε τις πράξεις μας, χάθηκε. Μετασχηματίσαμε τις Ερινύες σε μια κυνική μηχανή που μας ξεπλένει. Γίναμε ένα πλυντήριο.

« Υπάρχει ανάγκη να σχηματίσουμε ένα ηθικό οδόφραγμα και να προσφέρει ο καθένας ό,τι έχει.»

–Πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ο καλός άνθρωπος που πιστεύει ότι, παρόλα αυτά, παραμένει καλός; Υπάρχει η θεωρία ότι διάφορες σκοτεινές ελίτ διαπράττουν τους φόνους, ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν τους θέλουν. Δεν ισχύει αυτό. Οι πλειοψηφίες ορίζουν την ατζέντα στις σκοτεινές ελίτ, οι οποίες αφουγκράζονται τι θέλει η μάζα. Τις δολοφονίες των μεταναστών τις επιζητούν οι κοινωνίες στη Δύση. Στο Μαγδεμβούργο, οι νεοναζί πήραν ανάλογα ποσοστά με τον Χίτλερ το 1933. Ο χορτάτος δυτικός άνθρωπος που φοβάται τον πεινασμένο Άραβα, Αφρικανό, Ινδό, Πακιστάνο κ.ο.κ. είναι η σιχαμερότερη μορφή ανθρώπου που εμφανίστηκε στην Ιστορία. Αφού καταληστεύσαμε τις ηπείρους τους, αφού τους ήπιαμε το αίμα με την αποικιοκρατία, αφού τους βάλαμε γενιές γενεών και εκατομμύρια εκατομμυρίων να δουλεύουν ως σκλάβοι, αφού αφαιμάξαμε κάθε πλούτο από τις περιοχές τους, αφού τους πήραμε το κοβάλτιο, το καουτσούκ, το χρυσάφι, τα διαμάντια, το πετρέλαιο, τώρα ετοιμαζόμαστε να τους σκοτώσουμε κιόλας. Στο όνομα του «Δυτικού Πολιτισμού». Πήραμε την έννοια του πολιτισμού και την κάναμε κουρελόχαρτο, την κάναμε φλογοβόλα για να καίμε ανθρώπους. 

–Τι μπορεί να σταθεί απέναντι στο μίσος; Ο φασισμός είναι η πιο εμφατική τελετουργία μίσους και περιέχει τον εθνικισμό και την πατριδοκαπηλεία. Βρίσκουμε έναν κοινό εχθρό και τον μισούμε όλοι μαζί. Δεν νομίζω όμως ότι το τυφλό μίσος μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή. Πρέπει να υπάρξει κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Στη δύσκολη ώρα, δεν μπορεί να σταθεί. Τουλάχιστον στον δικό μου κόσμο. Δεν λέω ότι είμαι αισιόδοξος, αλλά σίγουρα αυτό που λέμε ανθρωπινότητα ή ανθρωπιά, αυτό που λέμε συνάντηση, είναι αυτό που έχουμε να περιμένουμε. Και δεν έχουμε να περιμένουμε πολλά. 

–Τι δεν έχουμε συνηθίσει και πάση θυσία πρέπει να μην συνηθίσουμε; Υπάρχει μια βασική, αδιαπραγμάτευτη, αξιωματική αρχή ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή. Σιγά- σιγά, μπροστά από αυτή μπαίνει ένα «ναι μεν, αλλά». Βασικό διαφωτιστικό αξίωμα είναι ότι κάθε άνθρωπος από την ώρα που γεννιέται, είτε φτωχός, είτε πάμπλουτος, έχει το ίδιο αναφαίρετο δικαίωμα. Έστω και ρητορικά, η ανθρωπότητα διατήρησε αυτή την αρχή μέχρι τον 21ο αιώνα. Πλέον, έχουν αρχίσει να λένε ότι η ζωή δεν είναι απόλυτη αξία. Ο Έλον Μασκ, ο προφήτης της νέας ευγονικής και πιθανότατα ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν κρύβει ότι θεωρεί την αξία της ζωής σχετική. Θα το συνηθίσουμε κι αυτό. Ξέρεις πότε; Όταν κρίνουμε ότι βολεύει το ηδονιστικό-εγωτιστικό μας πλάνο. Έτσι συνηθίσαμε τις δολοφονίες στη Γάζα, τους φράχτες στον Έβρο, τη Θέουτα, τη Μελίγια και το Μεξικό, έτσι αύριο- μεθαύριο θα συνηθίσουμε τη χρήση ηλεκτρονικοβιολογικών όπλων στις παραγκουπόλεις των απελπισμένων και καθημαγμένων στην Αντίς Μπέμπα και το Λάγκος. Θα είναι το επόμενο βήμα προς την ολοκληρωτική μας απανθρωποποίηση.

–Ποιος είναι ο δικός σου σκοπός; Όλα μου τα γραπτά, εδώ και αρκετά χρόνια, αποσκοπούν πια σε ένα πράγμα. Δεν μ’ ενδιαφέρει η καλλιτεχνική αυταξία, αλλά να χρησιμεύσουν ως συνθηματικά για μία συνάντηση σ’ ένα οδόφραγμα. Στους «Άθλιους» του Ουγκώ υπάρχει το περίφημο οδόφραγμα τη Οδού Κανναβίδας. Ορμούν οι φοιτητές, ο Ενζολοράς, ο Μάριος κ.λπ. κι από τα μπαλκόνια πετάνε οι γείτονες ο καθένας ό,τι έχει: έναν καναπέ, ένα πάπλωμα, μια καρέκλα. Κι έτσι σχηματίζεται το οδόφραγμα. Υπάρχει ανάγκη να σχηματίσουμε ένα ηθικό οδόφραγμα και να προσφέρει ο καθένας ό,τι έχει. Εγώ κάποια κείμενα, εσύ ένα άρθρο, ο δάσκαλος ένα καλό μάθημα, ο γιατρός μια θεραπεία κ.ο.κ. Να κρατήσουμε ό,τι μπορούμε από την ανθρωπιά μας.

Ελεύθερα, 11.10.2026