Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η σκηνοθετική ματιά της Αργυρώς Νικολάου και το ενδιαφέρον της για το πώς η τέχνη συνδιαλέγεται με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, με αφορμή την προβολή της ταινίας της «Sirens», που προβάλλεται στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κύπρου.

Έχοντας την πεποίθηση πως η ύπαρξη όλων μας εξαρτάται από τις ιστορικές καταβολές μέσα στις οποίες τυγχάνει να γεννηθούμε, και παρομοιάζοντας την τέχνη με ένα τερέν όπου μπορεί κανείς να φανταστεί τη ζωή αλλιώς, η κύπρια σκηνοθέτις Αργυρώ Νικολάου, μιλά για τη θεματική που διέπει τη δουλειά της, την ανάγκη για περισσότερα ρίσκα στην κινηματογραφική φόρμα αλλά και για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί, με τίτλο  «Εκσκαφείς».

-Πώς γεννήθηκε η ιδέα του «Sirens»; Από ένα άρθρο που είχα διαβάσει μια μέρα στον κυπριακό τύπο πριν μερικά χρόνια. Ήταν 20 Ιουλίου, και ένας άντρας είχε παραπονεθεί πως δεν άκουσε τις σειρήνες που παίζουν ανήμερα των επετείων του πραξικοπήματος και της εισβολής. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση για δύο λόγους. Πρώτον, οι πιθανές εξηγήσεις για αυτή την απουσία ήταν όλες ενδιαφέρουσες, και όλες επιδείκνυαν κάποιο συστημικό ή γραφειοκρατικό πρόβλημα – είτε δεν δουλεύει το σύστημα σε κάποια μέρη της Κύπρου, είτε κάποιος ξέχασε να το ηχήσει. Δεύτερο, ο συμπολίτης μας ανησύχησε τόσο πολύ γι’ αυτό που πήρε τηλέφωνο τις αρχές. Άρα η μακάβρια αυτή παράδοση, το ηχητικό μνημόσυνο που κάνουμε εδώ και δεκαετίες, είναι όντως αποτελεσματικό. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις για το πώς ένα κράτος, ή μια κοινωνία, δημιουργεί συνθήκες ελέγχου και χειραγώγησης, χτίζοντας τα πλαίσια μέσα στα οποία σκεφτόμαστε, ερμηνεύουμε, ζούμε, και φοβόμαστε. Τι κι αν η χρήση του φόβου ως μέσο χειραγώγησης στέκεται εμπόδιο σε μια πιο διευρυμένη προσωπική και κοινωνική ελευθερία; Μετά το πήρα σε ένα πιο σουρεάλ, ή αν θέλεις δυστοπικό, επίπεδο, συνδυάζοντας τον φόβο και τον θάνατο που συνδέουμε με τις σειρήνες, με τον ομηρικό μύθο των Σειρήνων, όπου ο Οδυσσέας, παρόλο τον κίνδυνο, τόλμησε να ακούσει το τραγούδι τους.

«Sirens»

–Πόσο διαφορετικά μπορεί να διαβαστεί η ταινία από θεατές με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές; Έχεις παρατηρήσει διαφορές στον τρόπο με τον οποίο την προσλαμβάνει το κοινό; Πολύ. Το κυπριακό κοινό συνδέει αυτόματα τον ήχο των σειρήνων με το πολύ τοπικό πλαίσιο της ετήσιας μνημόνευσης του πραξικοπήματος και της εισβολής. Για το διεθνές κοινό, η κύρια συνθήκη της ταινίας (όπου ηχούν οι σειρήνες εν καιρώ φαινομενικής ειρήνης) την τοποθετεί σε ένα πλαίσιο σουρεαλιστικό, κι έτσι η ταινία παίρνει μια κατεξοχήν φεμινιστική/αντιπατριαρχική χροιά. Η πρόθεσή μου ήταν ο συνδυασμός και των δύο αυτών επιπέδων στην ταινία γιατί, στο τέλος της μέρας, υπάρχει μια έντονα έμφυλη διάσταση στον τρόπο με τον οποίο μνημονεύουμε και αφηγούμαστε τα γεγονότα του 1974, και στον τρόπο με τον οποίο έχει δομηθεί η κοινωνία μας τις τελευταίες πέντε δεκαετίες.

–Η δουλειά σου συχνά κινείται γύρω από τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται η τέχνη. Τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτές τις συνθήκες; Με ενδιαφέρει το πώς η τέχνη συνδιαλέγεται με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Η ύπαρξη όλων μας εξαρτάται από τις κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές καταβολές μέσα στις οποίες τυγχάνει να γεννηθούμε. Είναι αδύνατον να αποφύγεις αυτή την ‘μοίρα’, αλλά η τέχνη προσφέρει ένα τερέν όπου μπορεί κανείς να φανταστεί τη ζωή αλλιώς. Αυτή είναι και μια θεματική που διέπει τη δουλειά μου: οι καθημερινές παραβάσεις και υπερβάσεις των κοινωνικοπολιτικών ορίων. Στην ταινία «Ήμισυ», μια καλλιτέχνης πάει ενάντια στη λογοκρισία. Στην «Αθαλάσσα», ένας γιατρός παλεύει ενάντια στο κοινωνικό στίγμα της φυματίωσης. Με ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες που προσπαθούν να παν κόντρα στο ρεύμα. Κάποιοι πετυχαίνουν τους στόχους τους, άλλοι όχι.

–Ζεις στη Νέα Υόρκη. Πώς όμως επηρεάζει η Κύπρος τη ματιά σου ως σκηνοθέτιδας; Η Κύπρος έχει καθορίσει τον τόνο και το ύφος της δουλειάς μου, που συνδυάζει το οικείο με το παράλογο, και επιμένει στο να βλέπει κάτω από τη φαινομενική ομορφιά ενός τόπου. Αυτό επειδή η Κύπρος συνδυάζει πολλές αντιφατικές πτυχές: είναι μια σύγχρονη κοινωνία με ιδιαίτερα τραύματα και συμπλέγματα, εν μέρει χτισμένη πάνω στην άρνηση του αμαλγάματος της πολυδιάστατης ιστορίας μας. Μια κοινωνία που αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς. Ένα μέρος πανέμορφο, που επιμένουμε να ασχημίζουμε με τις μυωπικές μας δράσεις ‘ανάπτυξης’. Ένας κόσμος τρυφερός, φιλόξενος, αλλά και συνάμα σκληρός. Αυτό με ωθεί στο να στοχεύω για αντιφάσεις στα κάδρα μου, αλλά και στις ιστορίες που γράφω. Στο μικρού μήκους πειραματικό ντοκιμαντέρ μου, «Screen Recording 2020-11-20 AT 1.59.44 PM», για παράδειγμα, δείχνω εικόνες που τράβηξα στο Βαρώσι μαζί με ένα ηχητικό από ένα τηλεφώνημα μεταξύ εμένα και της μητέρας μου, όπου πότε με πόνο, πότε με χιούμορ, πότε με οργή και έκπληξη, συζητάμε για μια επίσκεψη στη γενέτειρά της, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, όπως το τι φάγαμε για μεσημεριανό, τα παράλογα της δημαρχίας στη Νέα Υόρκη, νέα από την πανδημία κτλ. Οι αντιφάσεις είναι πολύ πιο ανθρώπινες από τη δογματική σκέψη που απεικονίζει χαρακτήρες ως μόνο θύματα, μόνο θύτες, μόνο καλοί, ή μόνο κακοί.

–Πώς βλέπεις την Κύπρο μέσα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό κινηματογραφικό και καλλιτεχνικό χάρτη; Η Κύπρος έχει κάνει μεγάλα άλματα όσον αφορά την παρουσία του εγχώριου μας κινηματογράφου στον διεθνή χάρτη. Την ίδια ώρα, όμως, θέλω να επισημάνω πως επιτυχία στον κινηματογράφο–όπως σε όλες τις τέχνες–δεν σημαίνει μόνο το να έχεις απήχηση στο εξωτερικό. Υπάρχουν ιστορίες, ταινίες, και έργα τέχνης τα οποία ίσως να μην σπάζουν αυτό το φράγμα του ‘έξω’, ακριβώς επειδή πραγματεύονται εξαιρετικά ντόπια θέματα, και συγκεκριμένες θεματικές που έχουν κατά κύριο λόγο απήχηση με το κυπριακό κοινό. Μια υγιής πολιτισμική σκηνή σέβεται και τις δύο αυτές πιθανότητες. Το θέμα είναι η καλλιτεχνική επάρκεια και η μοναδική οπτική του κάθε έργου.

Από τα γυρίσματα της ταινίας «Sirens», © Αντριανή Ιωάννου

–Έχεις πει ότι θα ήθελες να βλέπεις σκηνοθέτες και σεναριογράφους να παίρνουν περισσότερα ρίσκα. Θεωρώ πως θα ήταν καλά αν όλοι μας παίρναμε περισσότερα ρίσκα με την κινηματογραφική φόρμα. Να σπάσουμε τις φόρμουλες γύρω από την ευθύγραμμη αφήγηση και την εμμονή με το πολύ προσεγμένο. Να σκεφτούμε το σινεμά ως τέχνη και όχι μόνο ως βιομηχανία και ψυχαγωγία. Επίσης να μάθουμε να σκεφτόμαστε τους περιορισμούς ως δημιουργικές ευκαιρίες.

-Και τι είδους σινεμά θα ήθελες να δεις να αναπτύσσεται στην Κύπρο; Πρόσφατα είδα μια ταινία με τίτλο «Chronovisor», η οποία καταφέρνει να μετατρέψει μια αρχειακή έρευνα σε θρίλερ. Η ταινία γυρίστηκε σε 16άρι φιλμ, κόστισε γύρω στα 60,000 δολάρια, και έχει μόνο ένα κύριο ηθοποιό μέσα, και πολύ λίγο διάλογο. Η χρήση της κάμερας, του zoom, του on-screen-text αλλά και στοιχεία video art στο τέλος της ταινίας την έκαναν μια αξέχαστη και πολύ φρέσκια εμπειρία. Θα ήθελα πολύ να δω κάτι ανάλογο στην Κύπρο.

–Η πρώτη σου μεγάλου μήκους «Εκσκαφείς», βρίσκεται σε εξέλιξη. Πώς γεννήθηκε η ιστορία της Κλειούς; Η ταινία ακολουθεί την Κλειώ, μια νεαρή βιντεοκαλλιτέχνη, στην προσπάθειά της να διαλευκάνει την ιστορία της εξαφάνισης της γιαγιάς της κατά τη διάρκεια της εισβολής. Έγραψα το σενάριο αυτό από μια βαθιά ανάγκη να πω την ιστορία της γενιάς μου: την ιστορία εκείνων που γεννήθηκαν μετά τον πόλεμο, αλλά κληρονόμησαν τα άλυτα τραύματα, τις σιωπές και τα μυστικά του.  Τι χρωστάμε στο παρελθόν των γονιών και των παππούδων μας; Τι γίνεται όταν η επιμονή μας για να μάθουμε την αλήθεια του παρελθόντος συγκρούεται με τη σταθερότητα του στάτους κβο;

–Η ταινία αγγίζει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και φορτισμένο κεφάλαιο της κυπριακής ιστορίας, αυτό των αγνοουμένων του 1974. Πώς προσεγγίζεις ένα τέτοιο θέμα χωρίς να εγκλωβιστείς στις ήδη υπάρχουσες αφηγήσεις γύρω από αυτό; Αυτό για μένα είναι το μεγάλο στοίχημα της ταινίας. Η ταινία δεν πραγματεύεται τον πόλεμο καθεαυτόν. Με ενδιαφέρει η συνθήκη της διαγενεακής μνήμης και η Κύπρος του σήμερα. Μεγαλώνοντας σε οικογένεια προσφύγων από την Αμμόχωστο, όλο μου το είναι διαμορφώθηκε από την ιστορία εκτοπισμού της μητέρας μου. Ως μια ηλικία, αυτή την ιστορία την έβλεπα ως ένα βαρίδι, κάτι ‘εξωτερικό’ από μένα το οποίο έπρεπε να υποστώ. Μέχρι που κατάλαβα ότι δεν είναι μια ιστορία έξω από τον εαυτό μου, αλλά μια ιστορία που, καθόρισε την ψυχοσύνθεσή μου αλλά και την πορεία μου ως καλλιτέχνη. Η ματιά της ταινίας, λοιπόν, είναι αυτή: το πώς εκλαμβάνει την Ιστορία του τόπου μας η γενιά που ήρθε μετά. Όσο αφορά το θέμα των αγνοουμένων. Είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της σύγχρονης μας ιστορίας. Το να μην γνωρίζεις τι συνέβη και πού είναι ο άνθρωπός σου για τόσα χρόνια είναι κάτι το ασύλληπτο. Το ότι οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων, και ο πόνος των οικογενειών τους, καπηλεύονται συχνά από πολιτικά πρόσωπα και κυβερνήσεις, είναι ένα από τα πιο θλιβερά συμπτώματα της παρακμής της σύγχρονης Κύπρου. Η ταινία μας ζητά να δούμε τους ανθρώπους πίσω από τις εικόνες και τα νούμερα. Κατά τη διάρκεια της ταινίας, η αγνοούμενη γιαγιά, η Μέλπω, παίρνει σάρκα και οστά, χρώμα και κίνηση, μέσα από την εμμονική διερεύνηση της εγγονής της, της Κλειώς. Μ’αυτό τον τρόπο η πρωταγωνίστρια μαθαίνει ποια πραγματικά ήταν η γιαγιά της πέρα από τους συμβολικούς της ρόλους ως μάνα και σύζυγος, και ως θύματος του πολέμου. Μαζί με την ιστορία της γιαγιάς, η Κλειώ εμβυθίζεται και στις ηθικές πολυπλοκότητες της  κοινωνίας που την μεγάλωσε.

–Έχεις ακαδημαϊκό υπόβαθρο στη Συγκριτική Λογοτεχνία και την Κριτική Πρακτική Μέσων. Πώς συνομιλεί αυτή η πορεία με τη σκηνοθετική σου δουλειά; Υπάρχουν πράγματα που η θεωρία σου επιτρέπει να βλέπεις διαφορετικά όταν κάνεις μια ταινία; Η διδακτορική διατριβή μου και η έρευνα που συνεχίζω πραγματεύονται την αναπαράσταση του εκτοπισμού στη Μεσόγειο στο σινεμά, την τέχνη και τη λογοτεχνία. Οπότε οι θεματικές της ακαδημαϊκής και της κινηματογραφικής μου δουλειάς είναι οι ίδιες. Τα παράγωγα, όμως, είναι πολύ διαφορετικά. Από τη μια, η θεωρία μπορεί να κάνει ζημιά στην καλλιτεχνική παραγωγή. Για να κάνεις σινεμά πρέπει να σκέφτεσαι το νόημα μέσα από το συναίσθημα και πώς να καταφέρεις να το αναπαράξεις για το κοινό με οπτικοακουστικά μέσα. Από την άλλη, θεωρώ πως το θεωρητικό μου υπόβαθρο δίνει στις ταινίες μου ένα συγκεκριμένο στίγμα. Στο τέλος της μέρας, δεν μπορώ να απολέσω αυτό το στοιχείο, αφού είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι–και θέλω να σκέφτομαι–τον κόσμο, και έχει γίνει πια κομμάτι της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας.

Ελεύθερα, 11.10.2026