Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ πομπώδης, μεγαλοφυής ταινία του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου διχάζει κοινό και κριτικούς και χτυπάει το καμπανάκι για το μέλλον του πλανήτη μας.
Το πολωτικό φιλμ
Κάτι με ωθεί να ξεκινήσω την κριτική του πολυσυζητημένου «Digger» ως εξής: «Κυρίες και κύριοι σας παρουσιάζω το πιο διχαστικό, πολωτικό φιλμ της χρονιάς. Ιδού λοιπόν το ‘Digger’, το οικολογικό κατηγορώ, το μεταμοντέρνο wannabe-αριστούργημα, το θαύμα της υψηλής τεχνικής, αποτυπωμένο σε εντυπωσιακό VistaVision. Ιδού η ναρκισσιστική σκηνοθετική δοκιμή, η κωμωδία χωρίς γέλιο, η εγκεφαλική και ψυχρή πλατφόρμα για το πολυπόθητο Όσκαρ του Τομ Κρουζ».
Μα δεν θα το πράξω γιατί υποψιάζομαι πως ο τρομερός Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου έχει κατασκευάσει την απόλυτη κινηματογραφική φάρσα. Η νέα του ταινία μπορεί να εκληφθεί ως μια γιγάντια φούσκα, γεμάτη μεθάνιο, σαν τους πάγους της Γροιλανδίας. Αν σκάσει θα πάρει σβάρνα κοινό, κριτικούς, ακόμα και τον πλανήτη ολόκληρο. Αν αποτελεί αριστούργημα, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα το κρίνουν.

Προς το παρόν είναι μια ταινία παραφουσκωμένη από το Εγώ της, ακριβώς όπως ο ήρωας που σαρκάζει. Ταυτόχρονα, βαράει επιδεικτικά και εκκωφαντικά το καμπανάκι του συναγερμού για το πού πάμε ως ανθρωπότητα: «Πέρασα όλη μου τη ζωή σκάβοντας, για να οδηγείτε τα αυτοκίνητά σας, να φωτίζετε τα σπίτια σας… και τώρα που η γη βήχει λίγο αέριο, θέλετε να μου ρίξετε το φταίξιμο;».
Οι οικολογικές ενοχές

Τα πιο πάνω λόγια προέρχονται από την πιο κεντρική σκηνή της ταινίας. Αναφέρομαι στον «μυθικό» δεκάλεπτο μονόλογο του Ντίγκερ Ρόκγουελ, ενώπιον -δήθεν- του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εκεί, ο Τομ Κρουζ υποδύεται μια διαφορετική, πιο γερασμένη και γλοιώδη, εκδοχή του παθολογικού ναρκισσιστή Φρανκ από το αξεπέραστο «Magnolia».
Είναι το άσχημο πρόσωπο της συλλογικής μας ενοχής για τη Γη που δείχνει να αργοπεθαίνει. Όπως στο -ανώτερο, κατά τη γνώμη μου- «There Will be Blood» του Πολ Τόμας Άντερσον, την ύβρη διαπράττει ο συνήθης ύποπτος: ο τυπικός, αδίστακτος μεγιστάνας του πετρελαίου. Οι μηχανές του ανοίγουν γιγάντιες τρύπες στους πάγους, ταΐζοντας -μέχρι σκασμού- την Ευρώπη. Οι ηθικοί αυτουργοί του οικολογικού εγκλήματος είμαστε όλοι εμείς, όσοι δηλαδή έχουμε πάρε-δώσε με το «θηρίο».
Ως είθισται, οι προφήτες και οι Τειρεσίες είναι απλώς ενοχλητικές βοϊδόμυγες. Έτσι, υψώνουμε τους Ντίγκερ, τους Τραμπ και τους Μασκ αυτού του κόσμου στη θέση των «απαισιόδοξων» επιστημόνων (όπως ο Δρ. Γκανές στην ταινία). Αν κάτι πάει στραβά, περιμένουμε τους αυτόκλητους βασιλιάδες να μας σώσουν. Όταν δε καταλάβουμε την αστοχία των επιλογών μας, είναι πλέον αργά. Εν ολίγοις, αυτό το ανησυχητικό, σοβαρότατο μήνυμα κουβαλά ο «αγγελιοφόρος» Ινιαρίτου: πως αν δεν μάθουμε από τα παθήματά μας, η ίδια τραγική ιστορία θα επαναληφθεί.
Η κινηματογραφική φάρσα
Ο φακός του σκηνοθέτη γίνεται ευρυγώνιος, αλλοιώνοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Τα χρώματα της φωτογραφίας, γκρίζα, καφέ και άψυχα, βυθίζουν τον κόσμο του φιλμ σε οπτική και ψυχική βάλτο. Μα έτσι άβουλος και βαλτώδης που αισθάνεσαι, είναι δυνατό να γελάσεις, έστω και πικρά;
Μάλλον όχι, έστω και αν η φάρσα της ιστορίας κραυγάζει από παντού: από το «βλαχαδερό» Ντίγκερ με το καουμπόικο καπέλο και την ρομποτική γάτα, ως τον ετοιμοθάνατο, βρομόστομο Πρόεδρο των ΗΠΑ (μια μίζερη εκδοχή του «The Dude» σε παράκρουση εξουσίας). Οι περισσότερες ερμηνείες είναι κάτι περισσότερο από υπερβολικές ενώ το σκηνικό ξεχειλίζει από ψυχρότητα, κάνοντας το -επίσης οικολογικό- «Bougonia» του Λάνθιμου να μοιάζει, σχεδόν, με διάλειμμα συναισθηματικής ζεστασιάς.
Πολλές στιγμές αισθάνεσαι πως παρακολουθείς κάκιστο θέατρο του παραλόγου, από κάποιον μακρινό ξάδελφο του Μπέκετ. Κάτι απολύτως χαοτικό, κωμικοτραγικό και πομπώδες, σαν «παράσταση που πάει λάθος». Εκεί βρίσκεται η πραγματική σκηνοθετική πανουργία: πως όλο αυτό το αλλόκοτο είναι όντως θέατρο, ιλαροτραγική αναπαράσταση ανεπανόρθωτων γεγονότων του -όχι τόσο μακρινού- παρελθόντος.
Ο Τομ Κρουζ είναι ηθοποιός που υποδύεται τον Ντίγκερ και όχι ο ίδιος ο Ντίγκερ. Το παλαιό οικολογικό «ατύχημα» γέννησε ένα νέο, δυστοπικό κόσμο. Σαν ανοίγουν οι πόρτες του θεάτρου τελειώνει η σκηνική φάρσα κι αρχίζει η ανθρώπινη τραγωδία.
Η Τέχνη σε καιρούς δυστοπικούς

Το μήνυμα του «αγγελιοφόρου Ινιαρίτου» καταλήγει με το τραγικό αδιέξοδο της Τέχνης. Η κάθαρση που προσφέρει είναι προσωρινή, δεν έχει συνέχεια όταν ξανακλείνουν οι κουρτίνες. Το γκρίζο νέφος δεν εξαφανίζεται ως διά μαγείας, είτε απαγγέλλεις Σαίξπηρ, είτε παίζεις σε κωμωδιούλα της σειράς.
Προβληματίζεσαι, ξεσκάς κι έπειτα βυθίζεσαι στον πραγματικό βάλτο που κάποιος μανιακός, αυτοκτονικός «Ντίγκερ» έφτιαξε για σένα. Τότε, η μάσκα οξυγόνου είναι πολύ πιο ζωτικής σημασίας από τους στίχους, την εικόνα ή το τραγούδι. Εξάλλου, σε καιρούς δυστοπικούς και η ίδια η Τέχνη γίνεται συνήθως κυνική και ψεύτικη, σαν την παράσταση του φιλμ (με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Fossil Fools» – «Βλακώδη Ορυκτά»).
Όταν το κελάηδισμα των πουλιών σβήνει στους βαριούς, μεταλλικούς ήχους των τουρμπινών και των γεωτρήσεων είναι δύσκολο να γεννηθεί το τραγούδι. Συνεπώς και η μουσική του φιλμ (φτιαγμένη από τον Βρετανό Κόσμο Σέλντρεϊκ) δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτή σπασμένη. «Καλά, δεν υπάρχει ένας άνθρωπος, ένα συναίσθημα, μια ηλιαχτίδα φωτός να πιαστώ;» αναρωτιέται ο τελευταίος συναισθηματικός θεατής.
Ο Ινιαρίτου απαντάει με ένα μονολιθικό «όχι». Γιατί; Επειδή (βροντοφωνάζει) έβαλες κι εσύ το λιθαράκι σου για να πνιγούμε στο μεθάνιο. Κάπου εκεί, ο αγγελιαφόρος δίνει τη σκυτάλη σ’ εκείνον που διδάσκει από καθέδρας. Και η σπουδαία Τέχνη χάνει τον δρόμο της.
Ελεύθερα, 11.10.2026