Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ ήταν, σε γενικές γραμμές, αναμενόμενη. Εκείνο που δύσκολα μπορούσε να προβλεφθεί ήταν η έκταση της επικράτησής τους σε βάρος των Ρεπουμπλικάνων και, κατ’ επέκταση, της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.
Το «μπλε τσουνάμι» που σάρωσε την αμερικανική πολιτική σκηνή, χαρίζοντας στους Δημοκρατικούς νίκες ακόμη και σε πολιτείες που αποτελούσαν επί δεκαετίες προπύργια των Ρεπουμπλικανών όπως το Τέξας και το Κάνσας, συνιστά σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον Αμερικανό Πρόεδρο. Οι νέοι συσχετισμοί δυνάμεων στο Κογκρέσο του στερούν πλέον την ανεμπόδιστη δυνατότητά να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα, ενώ προσφέρουν στην αντιπολίτευση ισχυρά εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου. Το κρίσιμο ερώτημα για τον πλανήτη, είναι κατά πόσο η ανατροπή αυτή θα περιοριστεί στο εσωτερικό των ΗΠΑ ή θα επηρεάσει και την αμερικανική εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους δύο πολέμους σε Ουκρανία – Ιράν και όσα συνεπάγονται από αυτούς.
Για το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών και τις αλλαγές που μπορεί να επιφέρει στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική της Αμερικής, μιλούν στον «Φ της Κυριακής» οι Ευριπίδης Λ. Ευριβιάδης, Μάριος Λυσιώτης και Θόδωρος Τσίκας. Οι δύο πρώτοι υπηρέτησαν ως πρέσβεις της Κυπριακής Δημοκρατίας στις ΗΠΑ, ενώ ο τρίτος είναι Έλληνας πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος. Και οι τρεις διαθέτουν πολυετή εμπειρία και βαθιά γνώση της αμερικανικής πολιτικής πραγματικότητας.
Ο Μάριος Λυσιώτης ήταν ο πρέσβης της Κύπρου στη Ουάσιγκτον την περίοδο 2018-2023, ενώ ο Ευριπίδης Ευριβιάδης την περίοδο 2003-2006. Πρόκειται για δύο εξαιρετικά σημαντικές χρονικές περιόδους. Από τη μία ο κ. Λυσιώτης υπηρέτησε κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, από την άλλη ο κ. Ευριυιάδης ήταν ο πρέσβης της χώρας μας στις ΗΠΑ την περίοδο του Σχεδίου Ανάν και της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ε. Ευριβιάδης: «Η προεδρία Τραμπ έχει ημερομηνία λήξης, ο τραμπισμός ήρθε για να μείνει»
Την εκτίμηση ότι η εκλογική αποδυνάμωση του Ντόναλντ Τραμπ στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να οδηγήσει σε μια ακόμη πιο διεκδικητική και απρόβλεπτη εξωτερική πολιτική διατυπώνει στον «Φ της Κυριακής» ο πρέσβης επί τιμή, Ευριπίδης Λ. Ευριβιάδης. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι, παρά τη μεγάλη ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, ο Αμερικανός Πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά εργαλεία άσκησης εξουσίας, ενώ η πολιτική επιρροή του κινήματος MAGA δεν πρόκειται απαραίτητα να περιοριστεί με την ολοκλήρωση της προεδρικής του θητείας.

Σύμφωνα με όσα αντιλαμβάνεται ο ίδιος, η οικονομία της χώρας και το κόστος ζωής επηρέασε καθοριστικά την εκλογική συμπεριφορά. «Για πολλούς, η απάντηση βρισκόταν στην τσέπη τους. Τρόφιμα, στέγαση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βενζίνη και, ναι, η τιμή των αυγών. Τα αυγά είχαν γίνει σύμβολο της ακρίβειας. Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί να μειώσει το κόστος ζωής. Τήρησε την υπόσχεσή του;», διερωτάται.
Σύμφωνα με τον κ. Ευριβιάδη, οι Αμερικανοί ψήφισαν πρωτίστως με γνώμονα τα προβλήματα της καθημερινότητάς τους, ωστόσο οι συνέπειες της επιλογής τους υπερβαίνουν τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών. Αναφερόμενος στην έκταση της ήττας των Ρεπουμπλικανών, ο πρώην πρέσβης τονίζει ότι οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ εκείνες που παραδοσιακά καταγράφει το κυβερνών κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές.
Η εκτίμηση του κ. Ευριβιάδη είναι πως αν και ο Ντόναλντ Τραμπ θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο μέχρι τον Ιανουάριο του 2029, για τον ίδιο δεν σημαίνει ότι στη συνέχεια θα περιορίσει την πολιτική του δραστηριότητα. «Μπορεί να θεωρείται “κουτσή πάπια” (lame duck) στην αμερικανική πολιτική ορολογία, ίσως όμως να μοιάζει περισσότερο με πληγωμένο λιοντάρι. Και ένα πληγωμένο λιοντάρι μπορεί να γίνει επικίνδυνο», επισημαίνει. Σημειώνει ότι την ίδια στιγμή «η πολιτική του επιρροή ξεπερνά τα όρια της προεδρίας. Στηρίζεται και στο κίνημα, που έχει μεταμορφώσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κατ’ εικόνα και ομοίωσή του». Η εκτίμηση του είναι πως «η προεδρία Τραμπ έχει ημερομηνία λήξης, ο τραμπισμός όμως είναι εδώ για να μείνει».
Παράλληλα αναφέρει πως η διάθεσή του να αμφισβητεί καθιερωμένους κανόνες, να συγκρούεται με θεσμούς και να χρησιμοποιεί την οικονομική πίεση ως διπλωματικό όπλο έχει αλλάξει τον τρόπο άσκησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. «Οι ανορθόδοξες μέθοδοι, όμως, δεν σημαίνουν απουσία στρατηγικής. Οι βασικοί στόχοι των ΗΠΑ παραμένουν εντυπωσιακά σταθεροί: διατήρηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας, αποτροπή της ανάδειξης ανταγωνιστικής κυρίαρχης δύναμης, στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή και αξιοποίηση της οικονομικής ισχύος για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων. Αυτό που συχνά διαφοροποιεί τον Τραμπ δεν είναι τόσο ο προορισμός όσο ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκει να φτάσει εκεί. Και αυτός ο τρόπος μπορεί να είναι εξαιρετικά απρόβλεπτος».
Αποδυναμωμένος στο εσωτερικό – πιο επιθετικός στο εξωτερικό…
Ίσως το σημαντικότερο παράδοξο αυτών των εκλογών, κατά τον κ. Ευρυβιάδη, είναι το γεγονός ότι ένας πρόεδρος που αποδυναμώνεται στο εσωτερικό μπορεί να γίνει πιο διεκδικητικός στη διεθνή σκηνή. Από τον Ιανουάριο, εξηγεί, ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς θα σημαίνει αυστηρότερη εποπτεία, έρευνες και νομοθετικά εμπόδια. Η Γερουσία μπορεί να μπλοκάρει διορισμούς, και τα δύο σώματα διαθέτουν σημαντικές αρμοδιότητες σε θέματα δαπανών και νομοθεσίας. Η εκτίμηση του είναι πως ο Τραμπ ενδέχεται να καταφύγει ακόμη περισσότερο στις εκτελεστικές του εξουσίες, δοκιμάζοντας τα νομικά τους όρια.
«Ο Τραμπ μπορεί να επιδιώξει αποτελέσματα που δεν εξαρτώνται τόσο από το Κογκρέσο: μια συμφωνία με τον Πούτιν για την Ουκρανία, μια συνεννόηση με την Κίνα ή ένα διπλωματικό άνοιγμα στη Μέση Ανατολή. Μπορεί, αντίθετα, να εντείνει τις πιέσεις προς συμμάχους και αντιπάλους. Ή να αναζητήσει κοινό έδαφος με τους Δημοκρατικούς στην εξωτερική πολιτική. Συχνά χρησιμοποιεί το απρόβλεπτο ως διαπραγματευτικό όπλο», επισημαίνει.
Όσον αφορά την εξάρτηση του πλανήτη γενικότερα από τις εξελίξεις στις ΗΠΑ, για τον ίδιο εξακολουθεί να ισχύει η ακόλουθη παλιά ρήση: «Όταν φτερνίζεται η Αμερική, ο υπόλοιπος κόσμος κρυολογεί».
Η Ευρώπη, σημειώνει, αντιμετωπίζει τη διαρκή πρόκληση της ενίσχυσης της δικής της ασφάλειας, ενώ παράλληλα πρέπει να διαχειρίζεται μια Ουάσιγκτον που αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερο τις διεθνείς σχέσεις με όρους συναλλαγής. Η Ουκρανία οφείλει να διαφυλάξει τα συμφέροντά της μέσα στις αποκλίνουσες αμερικανικές και ευρωπαϊκές προσεγγίσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Η Ρωσία και η Κίνα θα αναζητήσουν ευκαιρίες, προσθέτει, σταθμίζοντας ταυτόχρονα τους κινδύνους που συνεπάγεται ένας απρόβλεπτος Τραμπ. Στη Μέση Ανατολή, η παραδοσιακά διακομματική αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ ενδέχεται να τεθεί υπό αυστηρότερο έλεγχο από το Κογκρέσο, ιδιαίτερα σε σχέση με τον πόλεμο με το Ιράν. «Μια θεμελιώδης ανατροπή της στρατηγικής αυτής σχέσης, ωστόσο, είναι αδιανόητη», εκτιμά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξωτερική πολιτική επηρεάζει ολοένα περισσότερο την οικονομική καθημερινότητα: «Οι δασμοί επηρεάζουν τις τιμές. Οι πόλεμοι τις αγορές ενέργειας. Οι κυρώσεις το εμπόριο και τις επενδύσεις. Αποφάσεις που λαμβάνονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά φτάνουν μέχρι την τσέπη του Αμερικανού ψηφοφόρου».
Για τα αδύναμα κράτη, περιλαμβανομένης της Κύπρου, το δίδαγμα είναι γνώριμο, επισημαίνει: «Οι στρατηγικές συνεργασίες έχουν σημασία. Η αμερικανική παρουσία και εμπλοκή έχουν σημασία. Αλλά οι προσωπικές διαβεβαιώσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους θεσμούς, τις δεσμευτικές συμφωνίες ή μια συνεκτική εθνική στρατηγική».
Μ. Λυσιώτης: Δύσκολα διαφοροποιείται η εξωτερική πολιτική
Οι εκλογικές ανατροπές δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην ουσιαστικές αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, δηλώνει στον «Φ της Κυριακής» ο πρέσβης επί τιμή Μάριος Λυσιώτης, ο οποίος αναλύει τις πιθανές επιπτώσεις στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με το Ιράν, το Ισραήλ, την Ουκρανία, την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και την Κύπρο και την Ελλάδα.

Όπως επισημαίνει, η απώλεια του ελέγχου των δύο νομοθετικών σωμάτων από το κόμμα του εκάστοτε Αμερικανού Προέδρου στις ενδιάμεσες εκλογές αποτελεί περισσότερο τον κανόνα παρά την εξαίρεση. Εντούτοις, το μέγεθος της επικράτησης των Δημοκρατικών στις συγκεκριμένες εκλογές, σε συνδυασμό με την έντονη πολιτική πόλωση, δημιουργεί μια νέα δυναμική, η οποία θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία μετά τον Ιανουάριο του 2027, όταν θα ορκιστεί το νέο Κογκρέσο.
Σύμφωνα με τον κ. Λυσιώτη, οι συνταγματικές αρμοδιότητες του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών στη διαμόρφωση και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι τέτοιες που καθιστούν δύσκολη μια ουσιαστική αλλαγή πορείας εξαιτίας της απώλειας του ελέγχου της Βουλής και της Γερουσίας. Μάλιστα, εκτιμά ότι, όπως έχει συμβεί και σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν, η νέα πολιτική πραγματικότητα θα μπορούσε να οδηγήσει τον Ντόναλντ Τραμπ σε ακόμη πιο ενεργή ενασχόληση με την εξωτερική πολιτική, όπου διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων σε σύγκριση με την εσωτερική πολιτική. Υπενθυμίζει, παράλληλα, ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει στη διάθεσή του το δικαίωμα της αρνησικυρίας, στο οποίο έχει αναφερθεί και ο ίδιος.
Οι εξουσίες του Κογκρέσου και τα όρια των Δημοκρατικών
Παρά τις εκτεταμένες προεδρικές αρμοδιότητες, ο Μάριος Λυσιώτης υπογραμμίζει ότι το Κογκρέσο, και ιδιαίτερα η Γερουσία, διαθέτει σημαντικά εργαλεία άσκησης ελέγχου. Πέραν των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με τον προϋπολογισμό, η Γερουσία έχει την εξουσία να επικυρώνει διορισμούς αξιωματούχων και πρέσβεων, καθώς και διεθνείς συμφωνίες. Όπως εξηγεί, η σημασία των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων αναδείχθηκε κατά τη διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, σε σχέση με τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Επιπλέον, μπορεί να οργανώνει ακροάσεις και να ζητεί τη διεξαγωγή ερευνών, ακόμη και για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για εργαλεία που, κατά την εκτίμησή του, οι Δημοκρατικοί θα αξιοποιήσουν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Αναφέρεται επίσης στη δυνατότητα κίνησης διαδικασιών μομφής κατά αξιωματούχων, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι οι συγκεκριμένες εξουσίες δεν συνεπάγονται αυτομάτως τη δυνατότητα επιβολής αλλαγών στην εξωτερική πολιτική της χώρας.
Παράλληλα, το Κογκρέσο διαθέτει αρμοδιότητες αναφορικά με τις πωλήσεις όπλων και την παροχή στρατιωτικής βοήθειας, γεγονός που του επιτρέπει να επηρεάζει σημαντικές πτυχές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο κ. Λυσιώτης θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό να διαφανεί πώς θα αξιοποιήσει τη μεγάλη εκλογική του νίκη το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο, όπως σημειώνει, κάθε άλλο παρά μονολιθικό είναι. Αντίστοιχα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι Ρεπουμπλικανοί θα διαχειριστούν τη σχέση τους με τον Πρόεδρο Τραμπ υπό τις νέες πολιτικές συνθήκες.
Τα φώτα στο Ιράν
Ο Μάριος Λυσιώτης προσδιορίζει τον πόλεμο με το Ιράν ως το σημαντικότερο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής που καλείται να διαχειριστεί ο Ντόναλντ Τραμπ το επόμενο διάστημα. Όπως εκτιμά, ο πόλεμος, εξαιτίας και των οικονομικών του επιπτώσεων, συνέβαλε στην εκλογική αποτυχία των Ρεπουμπλικανών.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, σύμφωνα με την ανάλυσή του, διατηρεί πλήρη ελευθερία κινήσεων μέχρι τον Ιανουάριο του 2027. Με την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο, ωστόσο, η κατάσταση θα διαφοροποιηθεί. Την ίδια ώρα, επισημαίνει ότι το ζήτημα του Ιράν προκαλεί ήδη πολιτικές αναταράξεις στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, γεγονός που προσθέτει μια ακόμη παράμετρο στη διαχείριση του πολέμου.
Κατά τον κ. Λυσιώτη, η ιδανική εξέλιξη θα ήταν η αναζήτηση μιας διπλωματικής λύσης, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει και η ανάλογη ανταπόκριση από την πλευρά του Ιράν. Εντούτοις, θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί κανένα ενδεχόμενο ως προς την περαιτέρω πορεία των εξελίξεων.
Ένα δεύτερο ζήτημα που, σύμφωνα με τον Μάριο Λυσιώτη, θα πρέπει να παρακολουθηθεί είναι η εξέλιξη των σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ. Όπως σημειώνει, η εικόνα του Ισραήλ και ιδιαίτερα του Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει υποστεί διάβρωση στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος. Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της νέας σύνθεσης του Κογκρέσου και της ενισχυμένης παρουσίας των Δημοκρατικών.
Ουκρανικό, ΕΕ, Κύπρος και Ελλάδα
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κ. Λυσιώτης εκτιμά ότι δεν θα πρέπει να αναμένονται διαφοροποιήσεις ως αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών.
Αντίθετα, το ζήτημα της Ουκρανίας αποτελεί έναν τομέα στον οποίο θα μπορούσαν να υπάρξουν αλλαγές, δεδομένου ότι η στήριξη προς την Ουκρανία έχει διακομματικό χαρακτήρα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Μάριος Λυσιώτης σημειώνει ότι ο Πρόεδρος Τραμπ θα επιθυμούσε τον τερματισμό του πολέμου, μια εξέλιξη που θα μπορούσε να έχει και θετικές οικονομικές συνέπειες. Ωστόσο, εκτιμά ότι η επίτευξη αυτού του στόχου θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη, όπως έχουν καταδείξει και οι προσπάθειες που έχει καταβάλει μέχρι σήμερα ο Αμερικανός Πρόεδρος.
Σε σχέση με τις πιθανές επιπτώσεις των αμερικανικών εκλογών στην Κύπρο και την Ελλάδα, ο Μάριος Λυσιώτης εμφανίζεται σίγουρος ως προς τη διατήρηση της υφιστάμενης πορείας των διμερών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τη Λευκωσία και την Αθήνα θα επικρατήσει η συνέχεια, χωρίς να αναμένονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις λόγω της αλλαγής των πολιτικών ισορροπιών στο Κογκρέσο. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στα ισχυρά ερείσματα που διαθέτουν η Κύπρος και η Ελλάδα στο αμερικανικό Κογκρέσο, εκτιμώντας ότι αυτά θα λειτουργήσουν ευνοϊκά και υπό τη νέα σύνθεση των δύο νομοθετικών σωμάτων.
Θ. Τσίκας: Στο χέρι του Τραμπ οι δύο πολέμοι
Ο Έλληνας πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδορος Τσούκας ερωτήθηκε συγκεκριμένα από τον «Φ της Κυριακής» για τις αλλαγές που ενδεχομένως να προκύψουν στους αμερικανικούς χειρισμούς για τους δύο πολέμους που μαστίζουν τον πλανήτη, σε Ουκρανία και Ιράν. Σύμφωνα με τον κ. Τσίκα, παρά την εκλογική αποδυνάμωση του Ντόναλντ Τραμπ, ο Αμερικανός Πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, οι οποίες δύσκολα μπορούν να περιοριστούν από το Κογκρέσο. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις για τη διαχείριση των πολέμων στην Ουκρανία και το Ιράν παραμένουν, κατά βάση, στα χέρια του.

Ωστόσο, εκτιμά ότι η νέα πολιτική πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να επηρεάσει τους χειρισμούς του Αμερικανού Προέδρου, ιδιαίτερα σε σχέση με το Ιράν, καθώς η αποδυνάμωση του Τραμπ μπορεί να συμπαρασύρει και τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η αποδυνάμωση Νετανιάχου και το ενδεχόμενο νέας σύγκρουσης με το Ιράν
Όπως εξηγεί ο Έλληνας διεθνολόγος, η αποδυνάμωση του Ντόναλντ Τραμπ στο εσωτερικό των ΗΠΑ συνεπάγεται και αποδυνάμωση του Μπενιαμίν Νετανιάχου στο Ισραήλ. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη κριτική που ασκείται στο Ισραήλ τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και από ορισμένους Ρεπουμπλικανούς, μπορεί να καταστήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο λιγότερο δεκτικό σε ενδεχόμενες πιέσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού για νέα σύγκρουση με το Ιράν.
Ο κ. Τσίκας θεωρεί βέβαιο ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα επιθυμούσε μια νέα στρατιωτική σύγκρουση μετά τις εκλογές, με στόχο να καθυστερήσει την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη σημερινή αντιπολίτευση στο Ισραήλ. Υπογραμμίζει, παράλληλα, ότι η ισραηλινή αντιπολίτευση διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τους Δημοκρατικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνοντας πως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι τελευταίοι θα επιθυμούσαν τη διατήρηση των ανοικτών μετώπων που δημιούργησε ο Νετανιάχου.
Ιράν: Από το ενδεχόμενο νέου πλήγματος στην αναζήτηση πολιτικής λύσης
Αναφερόμενος στις πιθανές εξελίξεις στο μέτωπο του Ιράν, ο Θόδωρος Τσίκας εκτιμά ότι, παρόλο που το πιθανότερο σενάριο ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες να προχωρήσουν σε νέα στρατιωτικά πλήγματα μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, δεν αποκλείεται τελικά να υπάρξει ανατροπή των σχεδιασμών.
Όπως επισημαίνει, το οδυνηρό εκλογικό αποτέλεσμα για τον Ντόναλντ Τραμπ δημιουργεί νέα δεδομένα, καθιστώντας δυσκολότερη τη συνέχιση των στρατιωτικών συγκρούσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί πιθανό η αμερικανική κυβέρνηση να στραφεί στην αναζήτηση πολιτικών λύσεων, αντί να επιλέξει μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν.
Ουκρανία: Το δίλημμα Τραμπ για συμφωνία με τον Πούτιν
Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο κ. Τσίκας εκτιμά ότι το νέο Κογκρέσο θα είναι πολύ πιο αποφασισμένο να προωθήσει μέτρα στήριξης της ουκρανικής πλευράς. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι το βασικό ερώτημα αφορά τη στάση που θα επιλέξει να τηρήσει ο Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν και στις νέες πολιτικές ισορροπίες που διαμορφώνονται στην Ουάσιγκτον.
Ειδικότερα, διερωτάται κατά πόσον ο Αμερικανός Πρόεδρος θα επιδιώξει να προχωρήσει το οικονομικό deal με τον Ρώσο ομόλογό του, υποβαθμίζοντας τα συμφέροντα της Ουκρανίας και επιχειρώντας να επιλύσει το πρόβλημα αγνοώντας την ουκρανική πλευρά, ή εάν θα επιλέξει τελικά να συμβιβαστεί με το κλίμα που θα επικρατεί στο νέο Κογκρέσο. Κατά την εκτίμηση του Έλληνα διεθνολόγου, δεν φαίνεται να έχει ληφθεί ακόμη συγκεκριμένη απόφαση από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Αντίθετα, θεωρεί ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος θα προτιμούσε να αφήσει να παρέλθει ένα χρονικό διάστημα, προκειμένου να διαπιστώσει πώς θα διαμορφωθούν οι πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, προτού καθορίσει την τελική του στάση.
Το κρίσιμο δίμηνο πριν από την ανάληψη καθηκόντων του νέου Κογκρέσου
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Θόδωρος Τσίκας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο, στις αρχές Ιανουαρίου του 2027. Όπως εξηγεί, ο Ντόναλντ Τραμπ διαθέτει ακόμη ένα περιθώριο περίπου δύο μηνών, κατά το οποίο μπορεί να κινηθεί με μεγαλύτερη ελευθερία, προτού αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί στα δύο νομοθετικά σώματα.
Μάλιστα, θεωρεί πολύ πιθανό ο Αμερικανός Πρόεδρος να αξιοποιήσει αυτό το χρονικό περιθώριο για να προχωρήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες, τις οποίες θα είναι δυσκολότερο να προωθήσει μετά την ανάληψη καθηκόντων του νέου Κογκρέσου. Η συγκεκριμένη παράμετρος, σύμφωνα με την ανάλυσή του, θα πρέπει να συνυπολογιστεί στην εκτίμηση των επόμενων κινήσεων της Ουάσιγκτον, τόσο στο μέτωπο του Ιράν όσο και σε εκείνο της Ουκρανίας.