Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Daniel Moss
Παρά τις δυσκολίες, η παγκόσμια οικονομία παραμένει εντυπωσιακά ανθεκτική. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει μέτριο αντίκτυπο, τα υψηλότερα επιτόκια δεν φαίνεται να έχουν επιβραδύνει την ανάπτυξη μέχρι στιγμής, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί σε μια έκρηξη επενδύσεων.
Ωστόσο, υπάρχουν όρια στην αντοχή αυτής της ανάπτυξης, για την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεώρησε τις προβλέψεις του αυτή την εβδομάδα. Η τύχη – και η σωστή ερμηνεία των σημάτων από τις αγορές – θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο.
Η ανάπτυξη έχει αστερίσκους: η απότομη άνοδος των τιμών της ενέργειας προκαλεί δυσκολίες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα ωθούν προς τα πάνω τις τιμές των εμπορευμάτων, ενώ ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανησυχούν για τις υπερβολικές δαπάνες σε τεχνολογίες που είναι κρίσιμες για τα κέντρα δεδομένων. Και δεν είναι περίεργο να αναρωτιόμαστε τι θα ακολουθήσει. Θα είναι ήπια η αναπόφευκτη επιβράδυνση, όπως μετά την κατάρρευση των εταιρειών dot.com το 2001, ή θα είναι βαθύτερη, όπως η περίοδος που ακολούθησε την πτώχευση της Lehman Brothers το 2008 ή τα shutdowns λόγω Covid;
Οι κεντρικές τράπεζες και οι δημοσιονομικές αρχές θα κληθούν και πάλι να αναλάβουν δράση. Ωστόσο, το να “κάνουμε ό,τι χρειαστεί” – για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του πρώην πρόεδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι – ίσως να μην είναι και τόσο απλό.
Οι προϋπολογισμοί αρκετών ανεπτυγμένων οικονομιών φαίνεται να έχουν σχεδόν εξαντληθεί και οι αγορές ομολόγων εκφράζουν σκεπτικισμό ως προς την ικανότητα των πολιτικών να τους επαναφέρουν σε μια βιώσιμη πορεία. Η Γαλλία, για παράδειγμα, όπου οι φοιτητές έχουν βγει στους δρόμους και τα επιτόκια έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, θα χρειαζόταν μια πολύ μεγαλύτερη διάσωση από ό,τι η Πορτογαλία, η Ελλάδα ή μια αναδυόμενη αγορά μέτριου μεγέθους.
Προς το παρόν, όμως, η ώρα του λογαριασμού απέχει ακόμη. Η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιταχυνθεί στο 3,4% το 2027, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ την Τρίτη, από το εκτιμώμενο 3,1% φέτος – το οποίο αποτελεί από μόνο του ένα ελαφρώς καλύτερο αποτέλεσμα από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Οι ΗΠΑ και η Κίνα θα ξεχωρίσουν και πάλι: η Αμερική θα τα πάει λίγο καλύτερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ η Κίνα θα πιάσει το 4%, αμετάβλητη σε σχέση με την προηγούμενη πρόβλεψη. Η Γαλλία, το επίκεντρο του selloff των ομολόγων στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αντιμετωπίζει πιο ζοφερές προοπτικές.

Οι προβλέψεις, που ανακοινώθηκαν κατά την ετήσια συνάντηση του Ταμείου στη Μπανγκόκ, δεν αποτελούν τόσο λόγο για πανηγυρισμούς, όσο μια αναγνώριση ότι τα χειρότερα δεν έχουν συμβεί ακόμα. Πριν από δώδεκα μήνες, ο κόσμος προσπαθούσε ακόμα να “χωνέψει” τους δασμούς των ΗΠΑ και οι επενδυτές ανησυχούσαν για το μέλλον του δολαρίου. Ωστόσο, το αφήγημα του “Sell America” ξεφούσκωσε και το άλλο αυτογκόλ της Ουάσιγκτον, το άλμα της τιμής του πετρελαίου που ακολούθησε την επίθεσή της στο Ιράν, δεν έχει καταστρέψει το outlook.
Τα σημερινά εμπόδια μπορεί να κατανοηθούν καλύτερα αν μεγαλώσουμε το κάδρο. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να πέσει η ανάπτυξη κάτω από το 3%. Η πανδημία οδήγησε σε μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 2,7%, ενώ η κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων έσπρωξε την οικονομική δραστηριότητα ελαφρώς σε αρνητικό έδαφος.
Το σημερινό, φαινομενικά σταθερό σενάριο εξαρτάται από το να μην υποπέσουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε κάποιο σοβαρό λάθος. Προς το παρόν, πάντως, κινούνται και τοποθετούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ είναι πιθανό να προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων, μετά τη μικρή αύξηση του περασμένου μήνα, ενώ σε ανάλογους τόνους κινήθηκαν η ΕΚΤ, καθώς και οι κεντρικές τράπεζες της Ινδίας και της Αυστραλίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τους στόχους.
Τι θα συμβεί, όμως, την επόμενη φορά που η οικονομία θα βρεθεί σε πραγματικά δεινή θέση; Ποιος θα σπεύσει να τη διασώσει – και πόσο αποτελεσματική θα είναι αυτή η παρέμβαση σε σύγκριση με προηγούμενες κρίσεις; Τελικά, το βάρος θα πέσει στις κεντρικές τράπεζες, καθώς οι κυβερνήσεις, που διαχειρίζονται τη δημοσιονομική πολιτική, βαδίζουν σε επικίνδυνο έδαφος. Η ικανότητα των κυβερνήσεων να δανείζονται με ανταγωνιστικά επιτόκια έχει περιοριστεί λόγω της ραγδαίας ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων.

Θα μπορούσε τελικά να είναι “τύχη μέσα στην ατυχία”, σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Σιγκαπούρης Θάρμαν Σανμουγκαράτναμ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομικών κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2009 και ηγήθηκε της κεντρικής τράπεζας της χώρας πριν εισέλθει στην πολιτική. Η αναταραχή στα ομόλογα παρέχει στους ηγέτες την ευκαιρία να βάλουν τάξη στα οικονομικά τους, καθώς οι συμβιβασμοί στον προϋπολογισμό επιτυγχάνονται συχνότερα όταν ελλοχεύει ο κίνδυνος σοβαρών συνεπειών. Είναι ζωτικής σημασίας να αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα σε μια συζήτηση με τη διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα. Η Γκεοργκίεβα δανείστηκε μάλιστα μια αναφορά από τους θρυλικούς Led Zeppelin, παρομοιάζοντας το αυξανόμενο χρέος με μια “σκάλα” – μόνο που δεν οδηγεί στον παράδεισο.
Αν και μπορεί να μην βρισκόμαστε στην κόλαση, σπάνια μια αρκετά καλή προοπτική για την παγκόσμια οικονομία συνοδεύεται από τόσες πολλές υποσημειώσεις και αστερίσκους. Αυτοί ενδέχεται να αποδειχθούν πιο σημαντικοί από τα ίδια τα βασικά σενάρια των προβλέψεων. Την τελευταία φορά που το ΔΝΤ πραγματοποίησε την εκδήλωσή του στην Ταϊλάνδη, το 1991, το βασίλειο και οι γείτονές του βρισκόταν στο κατώφλι μιας μακράς περιόδου ραγδαίας ανάπτυξης. Η Σοβιετική Ένωση είχε καταρρεύσει, ενώ οι όροι παγκοσμιοποίηση και ευημερία είχαν γίνει καραμέλα εκείνη την εποχή. Ελάχιστοι προέβλεπαν τότε τη νομισματική κρίση και τη βαθιά ύφεση που θα έπλητταν την Ασία πριν από το τέλος της δεκαετίας. Η σπίθα ήταν η απόφαση της Μπανγκόκ να εγκαταλείψει τις προσπάθειες στήριξης του μπατ.
Η οικονομία της Ταϊλάνδης κινείται σήμερα σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ωστόσο, όπως και η παγκόσμια οικονομία, απέχει πολύ από το να θεωρηθεί εντυπωσιακή.