Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Τον κίνδυνο νέας κρίσης κρατικού χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες, με την Ευρώπη και ιδιαίτερα τη Γαλλία να εμφανίζονται περισσότερο εκτεθειμένες, επισημαίνει ο Economist. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνει το κόστος δανεισμού, ενώ τα επίμονα ελλείμματα και οι αυξανόμενες κρατικές δαπάνες περιορίζουν τα περιθώρια αντίδρασης των κυβερνήσεων.

Σύμφωνα με την ανάλυση του βρετανικού περιοδικού, η εποχή του φθηνού χρήματος έχει παρέλθει και οι πλούσιες χώρες δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένη την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Το δημόσιο χρέος των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι περίπου διπλάσιο σε σχέση με τις αρχές του αιώνα, ενώ το κόστος δανεισμού έχει επιστρέψει σε επίπεδα των δεκαετιών του 1990 και του 2000.

Ακόμη και πριν από την πρόσφατη αναταραχή στις αγορές ομολόγων, οι κυβερνήσεις αναμενόταν να διαθέσουν φέτος το 8% των φορολογικών εσόδων τους για καθαρές πληρωμές τόκων. Η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες και η ακριβότερη αναχρηματοδότηση παλαιότερου χρέους επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Γιατί αυξάνεται το κόστος δανεισμού

Οι δημοσιονομικές ανησυχίες δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία ανόδου των αποδόσεων. Η ισχυρή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν τη ζήτηση για κεφάλαια, με τους τεχνολογικούς ομίλους να ανταγωνίζονται τις κυβερνήσεις για χρηματοδότηση.

Παράλληλα, το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στο Ιράν τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Οι πολιτικές πιέσεις προς τις κεντρικές τράπεζες εντείνουν, σύμφωνα με τον Economist, την αβεβαιότητα για τη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας.

Η Ευρώπη περισσότερο εκτεθειμένη

Η Ευρώπη συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ανησυχίες στην ανάλυση του περιοδικού. Δεν απολαμβάνει αντίστοιχη αναπτυξιακή ώθηση από την τεχνητή νοημοσύνη με εκείνη των ΗΠΑ, ενώ η εξάρτησή της από τις εισαγωγές ενέργειας την καθιστά ευάλωτη στις υψηλές τιμές των καυσίμων.

Γαλλία, Ιταλία και Βρετανία εμφανίζουν ιδιαίτερες αδυναμίες, σε αντίθεση με τη Γερμανία, την Ελβετία και τα κράτη της Σκανδιναβίας, που διατηρούν πιο ισορροπημένα δημόσια οικονομικά.

Στην Ιταλία, το καθαρό δημόσιο χρέος αντιστοιχεί στο 129% του ΑΕΠ, αφήνοντας τη χώρα εκτεθειμένη σε ενδεχόμενη απότομη αλλαγή του επενδυτικού κλίματος. Η Βρετανία, παρά την αναταραχή που βίωσε στην αγορά ομολόγων το 2022, δεν έχει ανακόψει πλήρως την άνοδο του χρέους της ως ποσοστού του ΑΕΠ.

Η Γαλλία αντιμέτωπη με δύσκολες αποφάσεις

Η δυσκολότερη περίπτωση, κατά τον Economist, είναι η Γαλλία. Το γαλλικό δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται στο 5,4% του ΑΕΠ φέτος, ενώ η διαφορά απόδοσης μεταξύ των δεκαετών γαλλικών και γερμανικών ομολόγων έχει φτάσει τη 1,5 ποσοστιαία μονάδα, στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.

Σύμφωνα με το υποθετικό σενάριο που εξετάζει το περιοδικό, εάν η Γαλλία αναχρηματοδοτούσε το σύνολο του δανεισμού της με τις σημερινές αποδόσεις των πενταετών ομολόγων, θα χρειαζόταν δημοσιονομική προσαρμογή άνω του 4% του ΑΕΠ για να σταθεροποιήσει το χρέος της.

Ωστόσο, η πολιτική αντιπαράθεση, οι κοινωνικές αντιδράσεις και η δυσκολία διαμόρφωσης κοινοβουλευτικών συναινέσεων περιορίζουν τις δυνατότητες παρέμβασης. Οι προεδρικές εκλογές του 2027 προσθέτουν αβεβαιότητα, καθώς οι προεκλογικές δεσμεύσεις για τις δαπάνες και το συνταξιοδοτικό ενδέχεται να δυσκολέψουν περαιτέρω τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Τα όρια μιας παρέμβασης της ΕΚΤ

Μια μαζική αποχώρηση επενδυτών από τα γαλλικά ομόλογα θα αποτελούσε σοβαρή δοκιμασία για την ευρωζώνη. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, εκτιμά ο Economist, το Παρίσι θα μπορούσε να αναζητήσει στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντί να προχωρήσει σε βαθιές περικοπές δαπανών.

Η πολιτική και οικονομική βαρύτητα της Γαλλίας θα καθιστούσε δύσκολη τη διαχείριση μιας τέτοιας κρίσης χωρίς ευρύτερες συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το περιοδικό υποστηρίζει, ωστόσο, ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να υποκαθιστούν τη δημοσιονομική πειθαρχία. Αποστολή τους είναι η σταθερότητα των τιμών και η ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Εάν οι επενδυτές θεωρήσουν ότι οι κυβερνήσεις θα επιδιώξουν να μειώσουν το βάρος του χρέους μέσω του πληθωρισμού ή ότι οι κεντρικές τράπεζες θα καλύπτουν διαρκώς τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, οι πωλήσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων θα μπορούσαν να ενταθούν.

Το πλεονέκτημα των ΗΠΑ και η ανθεκτικότητα της Ιαπωνίας

Για τις ΗΠΑ, ο Economist χαρακτηρίζει μη βιώσιμο το ομοσπονδιακό έλλειμμα, το οποίο διαμορφώνεται περίπου στο 6% του ΑΕΠ. Εκτιμά επίσης ότι η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στην ανάπτυξη που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη για να αντιμετωπίσει το χρέος της.

Η θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος εξακολουθεί, πάντως, να προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα στην Ουάσιγκτον, καθυστερώντας την εκδήλωση των πιέσεων.

Η Ιαπωνία εμφανίζει προς το παρόν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Παρότι η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της ξεπέρασε το 3% για πρώτη φορά από το 1996, τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια και το περιορισμένο δημοσιονομικό έλλειμμα συμβάλλουν στη μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ.

Ωστόσο, ενδεχόμενες πωλήσεις από τα μεγάλα χαρτοφυλάκια ξένων περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν Ιάπωνες επενδυτές θα μπορούσαν να μεταδώσουν αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Κατά τον Economist, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί αξιόπιστα δημοσιονομικά σχέδια, περιορισμό των ελλειμμάτων και πολιτική βούληση. Οι κυβερνήσεις καλούνται να εξηγήσουν στους πολίτες την ανάγκη ελέγχου του δημόσιου χρέους και τις αποφάσεις που απαιτούνται για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Capital.gr